Για το συνέδριο της Νέας Αριστεράς, που πραγματοποιήθηκε 22-25 Γενάρη στο ΣΕΦ, ήδη έχουν γραφτεί αρκετά και έχουν αρχίσει οι δημόσιες ερμηνείες και αποτιμήσεις, από κάποιους που συμμετείχαν σε αυτό και από κάποιους που δεν συμμετείχαν.
Επειδή, εγώ συμμετείχα, θεωρώ ότι οποιαδήποτε συζήτηση για την αποτίμηση του συνεδρίου και κυρίως για το αν και πόσο νίκησε ή έχασε κάποια από τις δύο κυρίαρχες και αντιπαρατιθείσες στο συνέδριο απόψεις, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα σήμερα και μόνο κακό μπορεί να κάνει στην ίδια την Νέα Αριστερά. Αυτό προφανώς που σήμερα έχει αξία, είναι να συζητηθεί το πως θα μπουν σε εφαρμογή οι αποφάσεις του Συνεδρίου, στο προγραμματικό και στο πολιτικό κομμάτι τους
Επειδή, όλοι συμφώνησαν στην ρευστότητα και στην κρισιμότητα των στιγμών που διανύει ο κόσμος και η χώρα μας, το επείγον είναι η συμφωνία που επιτεύχθηκε να μπει στην πράξη, με την οργανωμένη και αποφασιστική παρουσία του κόμματος, όπου αναπτύσσονται σήμερα εστίες αντίστασης και όπου μπορεί.
Από τα κείμενα, πάντως που διαβάσαμε για το συνέδριο, επιλέξαμε να αναδημοσιεύσουμε το άρθρο της δημοσιογράφου Παναγιώτας Μπίτσικα στο Ντοκουμέντο, ως πιο πλήρες και σχετικά ακριβές.
Βρέθηκε η συνεδριακή φόρμουλα στη Νέα Αριστερά που να χωρά τις διαφωνίες για τις συμμαχίες μέχρι νεοτέρας. Με κοινό κείμενο απόφασης που ψηφίστηκε από την μεγάλη πλειοψηφία των συνέδρων ολοκληρώθηκαν το απόγευμα της Κυριακής (25/1) οι εργασίες του Συνεδρίου της Νέας Αριστεράς. Είχε αποτέλεσμα η προσπάθεια που κατέβαλαν στελέχη τόσο της πλειοψηφίας γύρω από τον Γραμματέα του κόμματος Γαβριήλ Σακελλαρίδη όσο και της μειοψηφίας με επικεφαλής τον πρόεδρο του κόμματος Αλέξη Χαρίτση ώστε να βγει ενωτικά -τουλάχιστον ως προς την οργανωτική κομματική λειτουργία- από τη βάσανο των συνεδριακών διαδικασιών. Πάντως, το κλειδί που οδήγησε στην υπέρβαση των αντιθέσεων και απέτρεψε την ευθεία σύγκρουση και τη διάσπαση φαίνεται ότι εμπεριέχεται στην επιλογή η Νέα Αριστερά να παραμείνει ανοιχτή απέναντι στις εξελίξεις και με ζωντανές τις διεργασίες για συμμαχίες, δεδομένου ότι ακόμα ως προς τις συνεργασίες δεν υπάρχει ακόμα επίδικο μια και δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί πολιτικός φορέας από τον Αλέξη Τσίπρα.
Ωστόσο, η συνεδριακή απόφαση οριοθετεί τον προσανατολισμό του κόμματος στο χώρο της Ανανεωτικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το κόμμα απομακρύνεται από άνευ όρων κεντροαριστερές συνεργασίες, απορρίπτει σχήματα με προσωποπαγείς στρατηγικές, κάτι που εκλαμβάνεται ως φωτογραφική κριτική στο εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού και πρώην προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα. Η Νέα Αριστερά προτάσσει την ανάγκη δημιουργίας πόλου της αριστεράς και της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, δεν αποδέχεται να γίνει η Ανανεωτική και Ριζοσπαστική Αριστερά συνιστώσα της δημοκρατικής παράταξης και πολιτικά στέκει μακρυά από τη λογική του «μέσου όρου». Αναφορικά με το ζήτημα των συνεργασιών σοβεί από καιρό ένα χάσμα που γεφυρώνεται συνεχώς εμβαλωματικά με υποστηλώσεις εύθραυστης ισορροπίας ώστε να μην υπάρξει διάσπαση. Τώρα ήρθε η ώρα να υπάρξει μια λιγότερο θολή (όχι όμως καθαρή) γραμμή, που όμως είναι ευρύχωρη.
Με την απόφαση διαφώνησε ο Νίκος Μπίστης εκ των στελεχών που στήριξαν τον πρόεδρο της Νέας Αριστεράς Αλέξη Χαρίτση και είχε επιχειρηματολογήσει μαχητικά για ισχυρό Λαϊκό Μέτωπο και συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων χωρίς αποκλεισμούς περιλαμβανομένου και του υπό διαμόρφωση πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα. Ο Νίκος Μπίστης καταψήφισε την απόφαση, όπως και άλλα στελέχη του κόμματος. Στην ψηφοφορία συμμετείχαν άνω των 1000 συνέδρων.
Συνεργάτες του Αλέξη Χαρίτση δήλωναν «εξαιρετικά ευχαριστημένοι» μετά το πέρας του συνεδρίου. Πηγές από το περιβάλλον του πρόεδρου της Νέας Αριστεράς Αλέξη Χαρίτση, εστιάζουν στα εξής σημεία:
«1. Το συνέδριο με συντριπτική πλειοψηφία επιβεβαίωσε την ιδρυτική πράξη της Νέας Αριστεράς: τη λογική του Λαϊκού Μετώπου μέσα από μια μεγάλη συμμαχία που περιλαμβάνει δυνάμεις της πολιτικής οικολογίας, της Αριστεράς και της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Στόχος του μετώπου η ανατροπή των συσχετισμών και της Δεξιάς στη χώρα μας.
2. το συνέδριο επιβεβαίωσε την κριτική του Αλέξη Χαριτση -αποτυπωμένη στην ομιλία του- για τις αποτυχημένες κεντρώες λύσεις και την πολιτική του μέσου όρου. Ταυτόχρονα ότι κάθε ενωτική προσπάθεια οφείλει να σέβεται την αυτονομία των επί μέρους χωρών.
3. το συνέδριο υπογραμμίζει ότι σε ένα ρευστό πολιτικό τοπίο ο ρόλος της Νέας Αριστεράς είναι να ενδυμώσει την πολιτική της παρουσία και τη δράση της μέσα στην κοινωνία και να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα για ενωτικές κινήσεις πάνω σε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα άμεσων αλλαγών. Δεν κλείνει την πόρτα του διαλόγου, δεν επιλέγει την αναδίπλωση, δεν θέτει αποκλεισμούς. Είναι ένα συνέδριο προγραμματικής συμφωνίας πάνω στην επόμενη μέρα του κόμματος και την προσήλωση του στη λογική των πολιτικών συμμαχιών».
Ηδη, από το απόγευμα του Σαββάτου (24/1) είχαν αρχίσει οι συμβιβαστικές διεργασίες και το μεσημέρι της επομένης η πολυαναμενόμενη τοποθέτηση του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής της Νέας Αριστεράς Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ξεκαθάρισε τα πράγματα. Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης δεν όξυνε την κατάσταση, όμως ανέδειξε την πολιτική θέση για τον στρατηγικό προσανατολισμό του κόμματος με επίκεντρο την ανασυγκρότηση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και υπογραμμίζοντας ότι Λαϊκό Μέτωπο δεν νοείται με κόμματα που έχουν απολέσει την αξιοπιστία τους. Τόνισε ότι το πρόγραμμα είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την αλλαγή.
Σε αυτό το μήκος κύματος, το απόγευμα της Κυριακής, ψηφίστηκε η πολιτική απόφαση στην οποία, όπως λένε ηγετικά στελέχη γύρω από τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, καταγράφηκε «μια αριστερή πλειοψηφία, σαφής οριοθέτηση από προσωποπαγή σχήματα (Αλέξη Τσίπρα), άρνηση κεντροαριστερών σεναρίων». Επίσης η απόφαση αναδεικνύει «την ανάγκη ανασυγκρότησης της Ανανεωτικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς» ενώ σε αυτή δεν αμφισβητείται η αυτόνομη πορεία της Νέας Αριστεράς και «δεν μετατρεπόμαστε σε συνιστώσα της Δημοκρατικής παράταξης. Δεν υπάρχει ο όρος Λαϊκό Μέτωπο».
Αντιπαράθεση θέσεων, αλλά όχι πολεμική, σε κλίμα «παγωμάρας» με επίδικο το ζήτημα των συμμαχιών, αποτυπώθηκε στις τριήμερες εργασίες του προγραμματικού διαρκούς συνεδρίου της Νέας Αριστεράς στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας στο Φάληρο (22/1-25/1). Επί των προγραμματικών υπήρχαν κάποιες αποκλίσεις αλλά οι συνθέσεις ήταν πιο εύκολες και οι προγραμματικές θέσεις υπερψηφίστηκαν άμεσα επί της αρχής. Όμως επί του ζητήματος των συνεργασιών χρειάστηκαν διαβουλεύσεις μεταξύ συνέδρων.
Στο χώρο του συνεδρίου, εντός και κυρίως εκτός αιθούσης ομιλιών, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, ήταν φανερό ότι την πιο μεγάλη δυναμική έχει η γραμμή της ανασυγκρότησης της Ριζοσπαστικής Αριστεράς με την οποία έχουν συνταχθεί από καιρό πλειοψηφικά στα συλλογικά όργανα του κόμματος ηγετικά στελέχη, μεταξύ των οποίων ο Γραμματέας της Νέας Αριστεράς Γαβριήλ Σακελλαρίδης, η πλειονότητα των στελεχών της Νεολαίας του κόμματος και ηγετικά στελέχη όπως οι Ευκλείδης Τσακαλώτος, Νίκος Φίλης, Πάνος Σκουρλέτης, ανένταχτοι όπως ο Χάρης Γολέμης. Τάχθηκαν κατά συγκλίσεων με δυνάμεις που δεν έχουν σαφές αριστερό πρόσημο και αρνούνται τη λογική διευρυμένων προς το κέντρο μετώπων με ΠΑΣΟΚ , Αλέξη Τσίπρα κλπ. με μίνιμουμ προγράμματα μέσου όρου…
Στην αντίπερα όχθη, υπέρ του Λαϊκού Μετώπου για ισχυρή ενωτική συνεργασία αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων με βάση κοινό πρόγραμμα τάσσονται η πλειονότητα των βουλευτών, σημαντικά στελέχη της Νέας Αριστεράς, με επικεφαλής τον Πρόεδρο της Νέας Αριστεράς Αλέξη Χαρίτση.
Τα «καρφιά» και τα εσωκομματικά μηνύματα δόθηκαν και από τις δυο πλευρές μέσω τοποθετήσεων αλλά και ακόμα μέσω της αποσιώπησης ή και της απόσυρσης καυστικών φράσεων που είχαν όμως στο μεταξύ δημοσιοποιηθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς Αλέξης Χαρίτσης που άνοιξε τις συνεδριακές διαδικασίες με εισήγησή του την Παρασκευή (23/1) ανέπτυξε κάθετα και άκαμπτα τη θέση του για Λαϊκό Μέτωπο και συνεργασίες με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις. Ομως απέφυγε να εκφωνήσει φράση η οποία υπήρχε στο γραπτό κείμενο της ομιλίας του και έδειχνε ότι άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο αποχώρησης από την προεδρία του κόμματος. Παράλληλα, έδειχνε και την οδό της σύνθεσης στηριγμένης στην επιλογή με την απόφασή της η Νέα Αριστερά να μην κλείνει προκαταβολικά καμιά πόρτα και από το προγραμματικό κείμενο να προκύψουν οι αιχμές που καταθέτει η Νέα Αριστερά για το πώς μπορεί να αλλάξει η κατάσταση στη χώρα « για τη δημιουργία του ενωτικού πόλου της Αριστεράς της εποχής μας». Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και η βουλευτής του κόμματος Έφη Αχτσιόγλου που τάχθηκε υπέρ του διαλόγου με επιχείρημα μεταξύ άλλων «να μην κλείσουμε την πόρτα στον διάλογο, στη συζήτηση και σε ενδεχόμενες συμμαχίες, αλλά και να μην κάνουμε συμμαχίες με κάθε κόστος και χωρίς όριο».
Τοποθετήθηκαν ένθεν και ένθεν πολλά στελέχη, αλλά αιχμές κατά του Αλέξη Χαρίτση άφησαν πιο έντονα ο βουλευτής της Νέας Αριστεράς Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο Νίκος Φίλης ενώ πιο πολύ αιχμηρός κατά της προοπτικής συνεργασίας με τον Αλέξη Τσίπρα ήταν ο Πάνος Σκουρλέτης. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επιχειρηματολόγησε υπέρ ενός ριζοσπαστικού προγράμματος που ως εργαλείο πολιτικής μάχης θα ωθεί στα όρια του εφικτού. Παράλληλα, σε αντίστιξη προς τον Αλέξη Χαρίτση που είχε αφήσει να αιωρείται η επιλογή αποχώρησης από την ηγεσία, σημείωσε ότι ασμένως θα υπέγραφε δήλωση του Ν105 ότι μπορεί να υπηρετήσει οτιδήποτε αποφασίσουν οι σύνεδροι…Ο Νίκος Φίλης, ο οποίος τόνισε ότι δεν υπάρχουν οδοφράγματα μεταξύ συντρόφων, αλλά εξέφρασε πολλά στελέχη που αντέδρασαν καθώς θεώρησαν ότι ο Αλέξης Χαρίτσης αν και πρόεδρος , εισηγητικά, δεν εξέφραζε την πλειοψηφική συνεδριακή θέση αλλά την προσωπική του άποψη. Ο Νίκος Φίλης υπογράμμισε μεταξύ άλλων ότι Λαϊκό Μέτωπο δεν ισοδυναμεί με κοινό ψηφοδέλτιο με το ΠΑΣΟΚ… Ο Πάνος Σκουρλέτης υπερασπίστηκε την ανάγκη να υπάρχει πόλος της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς ότι πολιτικές του “μέσου όρου” δεν φράζουν την άνοδο της ακροδεξιάς και ότι το εγχείρημα Τσίπρα είναι «λειτουργεί ως τροχοπέδη στην ανασυγκρότηση του χώρου μας».
Την αντίθεσή του προς αυτές τις απόψεις εξέφρασε ηχηρά ο Νίκος Μπίστης, ο οποίος επέμεινε για την ανάγκη ευρύτερης σύμπραξης των προοδευτικών δυνάμεων και με τον Αλέξη Τσιπρα σε κεντρικό ρόλο. Ο Νίκος Μπίστης είχε κλείσει την ομιλία του στο συνέδριο ως εξής: «Τώρα που έφτασε η στιγμή της αλήθειας, η ώρα των καθαρών λύσεων, η ώρα της επιλογής αναζητείται νέα παραλυτική φόρμουλα στο όνομα της ενότητας. Το μόνο που θα κερδίσουμε από περίτεχνες διατυπώσεις, τόσο ευρύχωρες, ώστε να χωρούν όλοι που από τον Απρίλιο και μετά διαφωνούν, θα είναι μια αναβολή της σύγκρουσης που έχει και ένα επιπλέον κίνδυνο. Να χαλάσουμε και τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα στην ένταση μιας παρατεταμένης σύγκρουσης. Γι’ αυτό δεν έχουμε ανάγκη για εκκλήσεις στο συναίσθημα και στον κομματικό πατριωτισμό. Αλλά καθαρές λύσεις. Προφανώς στηρίζω την πρόταση Χαρίτση».
Αξίζει να σημειωθεί ότι καυστικές αναφορές και αιχμές που κατευθύνθηκαν κατά της τακτικής του Αλέξη Τσίπρα εκφράστηκαν από τον Νίκο Βούτση, ο οποίος μεταξύ άλλων σημείωσε τα εξής:
«(…)Αυτονόητα βεβαίως δεν αποκλείουμε και κανέναν που θέλει από τη δική του σκοπιά να συμμετάσχει και να προσφέρει στην αναγκαία αυτή κοινή προσπάθεια.
Αυτονόητα όμως δεν μας αφορά και η επιλογή εγχειρημάτων που εν τη γενέσει τους, όχι μόνο επιλέγουν την Κεντροαριστερά ως βασικό χώρο αναφοράς και τη δήθεν αδιαμεσολάβητη σχέση εν γένει με τους πολίτες, αλλά και κυρίως απαξιώνουν τα στελέχη των άλλων πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς, ως ιδιοτελείς, ως τελειωμένους, ανεπαρκείς, φθαρμένους, ως εγκλωβισμένους σε συλλογικότητες που δεν τους επιτρέπουν να συμμετάσχουν στη γέννηση δήθεν της νέας ελπίδας μέσα από ένα προσωποπαγές κόμμα. Η ρητορική αυτή είναι η αυθεντική ακολουθία της περίφημης και άθλιας διχαστικής πολιτικής που επέρριψε σε δήθεν “βαρίδια” και σε “φατρίες” τις ευθύνες για τις πολιτικές ήττες του κόμματός μας στο παρελθόν και που οδήγησε σε διασπάσεις και στην ανάδειξη ως αρχηγού της τότε Παράταξής μας ενός άσχετου με την Αριστερά νέου πολιτικού, που ισχυρίστηκε “εγώ μόνο μπορώ να κερδίσω τον Μητσοτάκη και μπορώ να το κάνω μόνος μου”.
Πράγματι όπως είπε ο γραμματέας της νεολαίας πολλοί και πολλές από εδώ μέσα κρατήσαμε καντηλάκια αναμμένα σε δύσκολους καιρούς. Κρατήσαμε όμως και λαμπάδες, ποιοτικά και ορισμένες φορές και ποσοτικά. Ένα πράγμα όμως δεν κρατήσαμε, τα θυμιατά και τις αγιαστούρες με οποιοδήποτε κόστος συλλογικό αλλά και ατομικό».
Ακολουθεί η πολιτική απόφαση του Συνεδρίου της Νέας Αριστεράς:
«Ζούμε σε συνθήκες ιστορικής ασφυξίας. Η περίοδος που διανύουμε δεν είναι απλώς μια δύσκολη καμπή, αλλά το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Η μεταβατική φάση της πολυκρίσης, που ξεκίνησε το 2008, έχει πλέον δώσει τη θέση της σε κάτι πολύ πιο βίαιο: στην εποχή της ρήξης. Οι τεκτονικές πλάκες του παγκόσμιου καπιταλισμού έχουν μετακινηθεί και η παλιά συναίνεση έχει πεθάνει.
Στο διεθνές πεδίο, βλέπουμε την κατάρρευση της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων. Το μεταπολεμικό status quo έχει ήδη έχει διαλυθεί από τον Τραμπισμό. Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ αφαίρεσε κάθε πρόσχημα, ασκώντας μια πολιτική καθαρής πλουτοκρατικής συναλλαγής στο εσωτερικό και ωμής ιμπεριαλιστικής ισχύος στο εξωτερικό. Οι πράξεις της αμερικανικής ηγεσίας το αποδεικνύουν:
Η αποδοχή του κατάπτυστου Συμβουλίου Ειρήνης στη Γάζα, που νομιμοποιεί την κατοχή.
Η κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου με την απαγωγή του Προέδρου της Βενεζουέλας.
Οι απειλές στο Ιράν και η εγκατάλειψη των Κούρδων της Συρίας
Οι απειλές εδαφικής εξαγοράς προς τη Γροιλανδία και οι επιθέσεις στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Ίσως η πιο επικίνδυνη εξέλιξη της συγκυρίας είναι η στρατιωτικοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας. Η σύγκρουση στην Ουκρανία και η σφαγή στη Γάζα χρησιμοποιούνται ως θρυαλλίδα για μια πρωτοφανή κούρσα εξοπλισμών. Το ΝΑΤΟ λειτουργεί ως μηχανισμός επέκτασης της δυτικής επιρροής, οξύνοντας τις αντιθέσεις με τις αναδυόμενες δυνάμεις, διάγοντας και αυτό υπαρξιακή κρίση. Βιώνουμε την άνοδο ενός ιδιότυπου πολεμικού Κεϊνσιανισμού όπου τα κράτη βρίσκουν ξαφνικά δισεκατομμύρια για φρεγάτες, πυραύλους και στρατιωτικές δαπάνες, την ίδια ώρα που επικαλούνται δημοσιονομικούς περιορισμούς για υγεία και παιδεία. Η Ευρώπη μετατρέπεται σε γεωπολιτικό νάνο και στρατιωτικό παρακολούθημα των ΗΠΑ, θυσιάζοντας το κοινωνικό της κράτος στο βωμό των αμυντικών προϋπολογισμών. Αυτή η στροφή στην πολεμική οικονομία δεν παράγει ασφάλεια, αλλά μόνιμη ανασφάλεια και φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων. Το νέο οικονομικό τοπίο βασίζεται στο μοντέλο όπου η ανάπτυξη στηρίζεται σε δημόσιες επιδοτήσεις προς ιδιωτικά συμφέροντα και στο άνοιγμα της αγοράς του πολέμου, ενώ ταυτόχρονα ξηλώνονται τα ούτως ή άλλως ανεπαρκή περιβαλλοντικά και ρυθμιστικά μέτρα προστασίας.
Αυτό το μοντέλο δεν περιορίζει τις δυνάμεις της αγοράς που μας έφεραν ως εδώ, αλλά τις επεκτείνει. Είναι μια στρατηγική που θυσιάζει το περιβάλλον και κοινωνικά κεκτημένα δικαιώματα για να διατηρήσει την κερδοφορία σε έναν κόσμο πολέμων.
Η Ελλάδα του Μητσοτάκη ακολουθεί πιστά αυτό το διεθνές παράδειγμα. Η κυβέρνηση εφαρμόζει το δικό της μείγμα στρατιωτικού Κεϊνσιανισμού και νεοφιλελευθερισμού, οικοδομώντας ένα καθεστώς θεσμικής παρακμής και διασπάθισης δημοσίου χρήματος.
Δαπανά δισεκατομμύρια για φρεγάτες και εξοπλισμούς, ακολουθώντας τις επιταγές του ΝΑΤΟ για συλλογική ασφάλεια, την ώρα που το ΕΣΥ και τα σχολεία καταρρέουν.
Προωθεί μια ανάπτυξη για λίγους (Real Estate, Ενέργεια), αφήνοντας την ακρίβεια και τον πληθωρισμό της απληστίας να λεηλατούν το εισόδημα των πολιτών.
Επενδύει στον αυταρχισμό και την περιστολή της δημοκρατίας, αντιγράφοντας τις πρακτικές της alt-right, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται ως ο εκφραστής της ευρωπαϊκής κανονικότητας.
H Δικαιοσύνη, αντί να διαλευκάνει το παρακράτος της ΕΥΠ και του Predator που παρακολουθούσε το μισό υπουργικό συμβούλιο και την ηγεσία του στρατεύματος, έσπευσε να αρχειοθετήσει την υπόθεση. Η επίθεση στις Ανεξάρτητες Αρχές (ΑΔΑΕ) και η επίκληση του «απορρήτου» επιβεβαιώνουν ότι ζούμε σε καθεστώς περιορισμένης δημοκρατίας.
Η ανάπτυξη της ΝΔ αποκαλύπτεται και στην ύπαιθρο. Η χώρα καλείται να πληρώσει πρόστιμο 415 εκατ. ευρώ στην Ε.Ε. για την περίοδο 2019-2023. Γιατί; Λόγω συστηματικής κακοδιαχείρισης, φανταστικών ζώων και παράνομων επιδοτήσεων που μοιράζονταν σε ημετέρους αντί για τους πραγματικούς παραγωγούς.
Η μόνη επιτυχία της κυβέρνησης είναι η κερδοφορία των καρτέλ σε τρόφιμα και ενέργεια.
Δεν είναι καθαρό πού θα κατασταλάξει αυτή η κατάσταση. Η τάση είναι προς εθνικιστικές και αυταρχικές κατευθύνσεις. Η Ακροδεξιά δε δίνει λύσεις, αλλά η κυβέρνηση της ΝΔ, ως πιστός μαθητής του νεοφιλελεύθερου κυνισμού, ανοίγει το δρόμο σε αυτές τις δυνάμεις.
Η Νέα Αριστερά στο επόμενο χρονικό διάστημα καλείται να δώσει κρίσιμες μάχες στο πλευρό της κοινωνίας. Η ισχυροποίηση και η αύξηση της κοινωνικής μας γείωσης στα σωματεία, τη νεολαία, την αυτοδιοίκηση και τις γειτονιές είναι μία κοινή μάχη που πρέπει να δοθεί με ενότητα και σχέδιο από όλα τα μέλη μας. Προφανώς, η αδυναμία του κόμματος μας να μπορέσει να πείσει ευρύτερα ακροατήρια ως τώρα οφείλει να μας προβληματίσει. Όμως η Νέα Αριστερά, ως κόμμα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς έχει ισχυρή προστιθέμενη αξία και λόγο ύπαρξης, ως φορέας πολιτικών, αξιών αλλά και ιστορικής εμπειρίας, γιατί ανοίγει κρίσιμα ζητήματα, υπερασπίζεται τα συμφέροντα της κοινωνίας και -χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος- συγκρούεται με την λογική του νεοφιλελευθερισμού, του επελαύνοντος συντηρητισμού και του εθνικισμού.
Για όλους αυτούς τους λόγους, με ορίζοντα τις εθνικές εκλογές, όχι απλώς συνεχίζουμε τον αγώνας μας, αλλά εντείνουμε της δουλειά της κομματικής συγκρότησης σε όλα τα επίπεδα και της αύξησης της κομματικής μας επιρροής.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανώς ρευστή πολιτική κατάσταση με πολλαπλούς αστάθμητους παράγοντες. Η ΝΔ παραμένει κυρίαρχη αλλά σε καμία περίπτωση ηγεμονική. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα γνήσιο και πραγματικό λαϊκό αίτημα πολιτικής αλλαγής το οποίο προκύπτει, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά, από το μέγεθος της κρίσης του κόστους ζωής και το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε. Είναι ορατός ο κίνδυνος η ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού να γίνει με όρους περαιτέρω δεξιάς μετατόπισης και με ενίσχυση της ακροδεξιάς. Η κυριαρχία της Δεξιάς εδράζεται στην ιδεολογική της επιβολή. Άρα η Αριστερά πρέπει να δώσει την ιδεολογική μάχη και να εμπνεύσει ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις στον αγώνα για την ανατροπή της δεξιάς κυβέρνησης και την ανατροπή των συσχετισμών.
Μπροστά σε αυτές τις συνθήκες η Νέα Αριστερά συνεχίζει να αγωνίζεται για την δημιουργία ενός πόλου που θα αντιπαρατεθεί συνολικά με την Δεξιά και την ακροδεξιά. Ενός πόλου που μπορεί να συγκροτηθεί μόνο με όρους στρατηγικής σύγκρουσης με τον νεοφιλελευθερισμό, τον περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και την στροφή στην πολεμική οικονομία. Ένα τέτοιο μέτωπο απευθύνεται στην Αριστερά, στην πολιτική οικολογία, στις δυνάμεις της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, των κοινωνικών κινημάτων και στον κόσμο της αποχής. Στόχος αυτού του μετώπου είναι η αλλαγή των συσχετισμών και η ανατροπή της κυβέρνησης και της δεξιάς πολιτικής.
Το μέτωπο αυτό πρέπει πρώτα από όλα να έχει καθαρές κοινωνικές αναφορές, στην μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που ασφυκτιά στην σημερινή συνθήκη. Στόχος αυτής της προσπάθειας οφείλει να είναι η συγκρότηση του κοινωνικού και πολιτικού μπλοκ που θα ανατρέψει την ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς, και θα δώσει τέλος στην σημερινή διαδικασία βίαιης αναδιανομής που βιώνουμε. Αυτή η διαδικασία προφανώς θα συνδυάζει την κριτική με τον διάλογο, παράγοντας οριοθετήσεις που θα προκύψουν από το πολιτικό περιεχόμενο και όχι από μία λογική σεκταρισμού.
Το μέτωπο που υποστηρίζουμε δεν αποτελεί εφαρμογή στο σήμερα αποτυχημένων κεντρώων ή κεντροαριστερών λύσεων. Ούτε συνεπάγεται την ρευστοποίηση της Αριστεράς ή την μετατροπή της σε συνιστώσα μιας αφηρημένης δημοκρατικής παράταξης. Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο εξάλλου προσωποπαγή κόμματα και προσωποκεντρικές στρατηγικές που έχουν αποδειχθεί ήδη αποτυχημένες στο παρελθόν αποπροσανατολίζουν τον κόσμο της Αριστεράς και τον κόσμο της εργασίας και εμποδίζουν να δοθεί μια καθαρή συλλογική και ενωτική απάντηση στα σημερινά συστημικά προβλήματα.
Η συγκρότηση κάθε ενωτικής προσπάθειας έχει κάποιες βασικές προϋποθέσεις:
1. Πρόγραμμα με καθαρές ριζοσπαστικές προτάσεις που θα μπορέσουν να δώσουν λύσεις στα κρίσιμα επίδικα της συγκυρίας. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η λογική του μέσου όρου δεν μπορεί να δώσει λύσεις και καταλήγει μέσα από την αποτυχία να αφήνει περισσότερο χώρο στις δυνάμεις της ακροδεξιάς. Η ιστορική εμπειρία σε Ελλάδα αλλά και διεθνώς έχει δείξει ότι η υποχώρηση στην ατζέντα του πολιτικού αντιπάλου και η διολίσθηση στην πολιτική του «μέσου όρου» λειτουργούν ενισχυτικά στη Δεξιά, ενώ ταυτόχρονα αποθαρρύνουν και απομακρύνουν τους πολίτες και τους στρέφουν σε ακροδεξιές και αντι-πολιτικές επιλογές.
2. Οι ενωτικές προσπάθειες μπορούν να δημιουργηθούν μόνο στην βάση δημοκρατικών, συλλογικών διαδικασιών με εμπλοκή της κοινωνίας. Αυτό απαιτεί σεβασμό στην αυτονομία των επί μέρους χώρων. Ενωτικές προσπάθειες δεν μπορούν να υπηρετηθούν από λογικές μοναδικής αλήθειας, βαθέματος του χάσματος για ζητήματα του παρελθόντος και λογικές αυτοδικαίωσης.
3. Ο ρόλος της ριζοσπαστικής ανανεωτικής Αριστεράς είναι κρίσιμος τόσο για την συγκρότηση όσο και για την κατεύθυνση μιας ενωτικής προσπάθειας. Υπό αυτό το πρίσμα η πολιτική και οργανωτική δουλειά της Νέας Αριστεράς είναι κρίσιμος παράγοντας.
Η δική μας πρόταση στηρίζεται στις απαραίτητες απαντήσεις στα κρίσιμα ζητήματα που έχουμε σήμερα: για την απάντηση στην κρίση του κόστους ζωής, για τα θέματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου, για την αντίθεση στην στροφή στην πολεμική οικονομία. Στα παραπάνω πεδία η Νέα Αριστερά μπορεί και πρέπει να αναλάβει και πρωτοβουλίες κοινής δράσης μέσα στους μαζικούς χώρους.
Η Νέα Αριστερά ταυτόχρονα με τις ενωτικές προσπάθειες οφείλει να αγωνιστεί για την ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής Αριστεράς και Οικολογίας και για την υπέρβαση της κρίσης που την ταλανίζει.
Με ισχυρή και αυτοδύναμη κομματική παρουσία, είμαστε διατεθειμένοι να λάβουμε όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες για την διαμόρφωση ενός μετώπου που θα δίνει ξανά έμπνευση σε όσους και όσες θέλουν να αγωνιστούν απέναντι στην δυστοπία που μας επιφυλάσσουν.
Απέναντι στην λογική του πολέμου, των εξοπλισμών και της πολεμικής οικονομίας.
Απέναντι στην ακρίβεια και την κρίση του κόστους ζωής, που σημαίνει υψηλότερα κέρδη, εντείνοντας τον αγώνα για να φτάνει ο μισθός για τις βασικές ανάγκες.
Απέναντι στην διάλυση της δημόσιας υγείας, της παιδείας και του κοινωνικού κράτους.
Απέναντι στην κλιματική κρίση και την καταστροφή του περιβάλλοντος.
Απέναντι στην κατάλυση της δημοκρατίας και την υποχώρηση των δικαιωμάτων.
Τις πολιτικές επιλογές δηλαδή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας που παρουσιάζονται μεν ως «κανονικότητα», αλλά στην ουσία διαλύουν την κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον».