Μια απόφαση-ορόσημο εξέδωσε σήμερα, Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στη δίκη για το σκάνδαλο των υποκλοπών μέσω Predator, κηρύσσοντας ενόχους τους Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο. Σε καθέναν επιβλήθηκε συνολική ποινή 126 ετών και 8 μηνών, με εκτιτέα τα 8 έτη, ενώ η ποινή έχει ανασταλτικό χαρακτήρα έως τον δεύτερο βαθμό, κάτι που από μόνο του αναδεικνύει το παράδοξο μιας «βαριάς» καταδίκης που δεν μεταφράζεται άμεσα σε πραγματική έκτιση ποινής.
Στο σκεπτικό που ανέπτυξε προφορικά ο πρόεδρος της έδρας, Νίκος Ασκιανάκης, σημειώθηκε ότι από τη συνεκτίμηση αποδεικτικών μέσων προέκυψε πως οι κατηγορούμενοι ενήργησαν «από κοινού και από συναυτουργία με τρίτα πρόσωπα», αποκτώντας πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και επικοινωνίες. Το δικαστήριο αποδέχθηκε, επίσης, τη μετατροπή της μορφής τέλεσης από «κατ’ εξακολούθηση» σε «κατά συρροή», προσδιορίζοντας ότι τα «αληθή συρρέοντα εγκλήματα» αντιστοιχούν σε 87 παθόντες, ενώ για 108 πρόσωπα που δεν υπέβαλαν έγκληση αποφασίστηκε οριστική παύση της δίωξης.
Οι καταδικασθέντες κρίθηκαν ένοχοι για πλημμεληματικές πράξεις που αφορούν επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παραβίαση απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και παράνομη πρόσβαση σε συστήματα πληροφοριών, σε τετελεσμένη μορφή και σε απόπειρα. Τα αιτήματα ελαφρυντικών απορρίφθηκαν.
Το πιο κρίσιμο –και πολιτικά «εκρηκτικό»– στοιχείο, όμως, είναι ότι η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ: το δικαστήριο αποφάσισε διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών για περαιτέρω διερεύνηση εμπλεκόμενων προσώπων, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο αναβάθμισης του κατηγορητηρίου σε κακουργηματικές μορφές και διερεύνηση για αδικήματα που αγγίζουν την κατασκοπεία.
Αυτή ακριβώς η εξέλιξη εξηγεί γιατί, παρά τη σημερινή ετυμηγορία, το βασικό πολιτικό ερώτημα παραμένει: ποιος έδωσε την εντολή, ποιος ωφελήθηκε και ποιος κάλυψε. Στο δημόσιο πεδίο, η συζήτηση πήρε αμέσως τη μορφή σύγκρουσης για το αν τιμωρήθηκαν απλώς οι «τεχνικοί» και οι «μεσάζοντες», ενώ οι πραγματικοί «νονοί» της επιχείρησης παρακολούθησης μένουν στο απυρόβλητο – μια κριτική που αποτυπώνεται ωμά ακόμη και σε σχολιαστικά κείμενα του Τύπου.
Το ΠΑΣΟΚ έκανε λόγο για «ηχηρό ράπισμα» στο «παρακράτος των υποκλοπών», ενώ ο Νίκος Ανδρουλάκης χαρακτήρισε την απόφαση «θεσμική δικαίωση» και ταυτόχρονα προανήγγειλε πολιτική συνέχεια, με αίτημα για νέα Εξεταστική Επιτροπή και προ ημερησίας συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών ώστε να τοποθετηθεί ο πρωθυπουργός.
Σε παρέμβασή του, ο Αλέξης Τσίπρας σημείωσε ότι «τη γλίτωσαν» όσοι δεν βρίσκονται στο κατηγορητήριο, επιμένοντας ότι το σκάνδαλο δεν μπορεί να κλείσει με την τιμωρία μόνο όσων εμφανίζονται ως επιχειρησιακοί κρίκοι της υπόθεσης.
Από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Κώστας Ζαχαριάδης έθεσε το ερώτημα που συμπυκνώνει την ουσία της υπόθεσης: «ποιος έβαλε αυτούς τους 4 να κάνουν τη δουλειά;», υπογραμμίζοντας ότι δεν γίνεται να παρακολουθούνται πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πρόσωπα με θεσμικό ρόλο χωρίς να αναζητηθούν ευθύνες εκεί όπου πραγματικά λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Σωκράτης Φάμελλος τόνισε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει «προσωπική ευθύνη» για την υπόθεση, μεταφέροντας την αντιπαράθεση στο αν η κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να εμφανίζεται ως «ανυποψίαστη» όταν το αποτύπωμα των παρακολουθήσεων αφορά τόσο εκτεταμένα το πολιτικό και δημοσιογραφικό πεδίο.
Η Νέα Αριστερά, με δήλωση του Αλέξη Χαρίτση, τόνισε ότι «η συγκάλυψη… δεν θα περάσει», δείχνοντας προς την κυβερνητική ευθύνη που –όπως υποστηρίζει– επιχειρήθηκε να θαφτεί κάτω από διαδικαστικά τείχη, εξεταστικές-βιτρίνες και «δεν ήξερα/δεν είδα».
Στο ίδιο μήκος κύματος, παρεμβάσεις όπως του ευρωβουλευτή Κώστα Αρβανίτη επιμένουν ότι «υπάρχει έγκλημα», αλλά η λογοδοσία δεν μπορεί να σταματήσει στους ιδιώτες δράστες όταν το σκάνδαλο έχει χαρακτηριστικά συστηματικής παραβίασης δικαιωμάτων και υπονόμευσης του κράτους δικαίου.
Σήμερα, λοιπόν, η Δικαιοσύνη έβαλε μια πρώτη σφραγίδα: οι υποκλοπές δεν ήταν «φαντασία», δεν ήταν «θεωρίες», δεν ήταν «παρανόηση». Όμως η κοινωνία δεν ζητά μόνο μια ετυμηγορία για το λογισμικό και τις εταιρείες· ζητά να φωτιστεί ο μηχανισμός εξουσίας που έκανε τις παρακολουθήσεις εργαλείο πολιτικού ελέγχου. Και όσο οι ευθύνες παραμένουν θολές στην κορυφή –ενώ οι «εκτελεστές» έχουν καταδίκη με αναστολή μέχρι το Εφετείο– το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης θα επιστρέφει ξανά και ξανά: στα δικαστήρια, στη Βουλή, στην Ευρώπη και, κυρίως, στην καθημερινή εμπειρία μιας δημοκρατίας που δοκιμάστηκε από την ιδέα ότι «όλοι μπορεί να παρακολουθούνται» και δοκιμάζεται συνέχεια από αντιδημοκρατικές πολιτικές και πρακτικές της δεξιάς κυβέρνησης.