Η προωθούμενη συνταγματική αναθεώρηση από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν συνιστά μια ουδέτερη ή προοδευτική θεσμική τομή, αλλά μια απόπειρα συνταγματοποίησης των πιο προβληματικών και κοινωνικά επιζήμιων επιλογών της.

Πρόκειται για μια βαθιά συντηρητική αναδίπλωση, που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα συμφέροντα και τις αξίες της κοινωνικής πλειοψηφίας, επιχειρώντας να μετατρέψει σε μόνιμο καθεστώς τις παθογένειες που παράγει η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση.

Όπως τονίζει σε ανακοίνωσή της η Νέα Αριστερά, η κυβέρνηση δεν επιδιώκει μια δημοκρατική και κοινωνικά προσανατολισμένη αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά ένα θεσμικό «μπάζωμα»: την κατοχύρωση στο ανώτατο νομικό επίπεδο πολιτικών που έχουν ήδη δοκιμαστεί και αποτύχει, αφήνοντας πίσω τους ανισότητες, σκάνδαλα και θεσμική απαξίωση.

Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί η αναθεώρηση του Άρθρου 16, με στόχο τη νομιμοποίηση των ιδιωτικών «πανεπιστημίων». Η επιλογή αυτή δεν απαντά σε πραγματικές ανάγκες της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως η υποχρηματοδότηση των δημόσιων ΑΕΙ ή η φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό, αλλά ανοίγει τον δρόμο για εκπαιδευτικά μορφώματα αμφίβολης ποιότητας, χωρίς στοιχειώδεις ακαδημαϊκές και υλικοτεχνικές προϋποθέσεις. Πρόκειται για ένα μοντέλο «Σκόιλ Ελικίκου» με συνταγματική σφραγίδα, που μετατρέπει τη γνώση σε εμπόρευμα και υπονομεύει τον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας.

Αντίστοιχα ανησυχητική είναι η επιχειρούμενη αλλαγή του Άρθρου 86, που αφορά την ποινική ευθύνη υπουργών. Παρά τη δημόσια ρητορική περί «διαφάνειας», η κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης επιδιώκει να διατηρήσει τον ουσιαστικό έλεγχο της διαδικασίας δίωξης στα χέρια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Έτσι, αντί να ενισχύεται η λογοδοσία, παγιώνεται ένα καθεστώς πολιτικής ασυλίας, που επιτρέπει τη συγκάλυψη σκανδάλων και την απαλλαγή κυβερνητικών στελεχών από τις ευθύνες τους.

Η αναθεώρηση του Άρθρου 103, για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, εντάσσεται στην ίδια λογική. Παρά τις προσπάθειες ενεργοποίησης του κοινωνικού αυτοματισμού, το ζήτημα δεν αφορά τους επίορκους –για τους οποίους ήδη υπάρχουν πειθαρχικές διαδικασίες– αλλά τη δυνατότητα της εκάστοτε εξουσίας να απομακρύνει «ενοχλητικούς» εργαζόμενους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της κας Τυχεροπούλου, που αποκάλυψε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, δείχνοντας πώς η αποδυνάμωση της μονιμότητας μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός φίμωσης και εκφοβισμού.

Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι και η στόχευση στο Άρθρο 24, το μοναδικό άρθρο του Συντάγματος που κατοχυρώνει την προστασία του περιβάλλοντος. Η αναθεώρησή του, διαχρονικό αίτημα της οικογένειας Μητσοτάκη από τη δεκαετία του 1990, ανοίγει τον δρόμο για την άρση περιβαλλοντικών περιορισμών σε παραλίες, δάση και ορεινούς όγκους. Στο όνομα της «αξιοποίησης», απειλείται να παραδοθεί ο φυσικός πλούτος της χώρας σε επιχειρηματικά συμφέροντα, με ανεπανόρθωτες συνέπειες για το περιβάλλον και το δημόσιο συμφέρον.

Η προωθούμενη συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι, επομένως, μια ουδέτερη θεσμική διαδικασία, αλλά μια αντιμεταρρύθμιση με σαφή πολιτικό πρόσημο. Αποτελεί ακόμη έναν λόγο για να φραχτεί ο δρόμος σε μια τρίτη θητεία της ΝΔ, η οποία θα σήμαινε την ολοκλήρωση μιας πορείας θεσμικής αποδόμησης, κοινωνικής ανισότητας και δημοκρατικής υποχώρησης. Η υπεράσπιση του Συντάγματος, της δημοκρατίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν είναι ζήτημα τυπικής αναθεώρησης, αλλά πολιτικής σύγκρουσης με το μέλλον που επιχειρεί να επιβάλει η κυβέρνηση.

Στείλτε email στο admin@diktioaristera.gr

Κατασκευή ιστοσελίδας: @AM - 2025