Χάουαρντ Φαστ, «Σύλβια», μετάφραση Χρήστος Οικονόμου, εκδόσεις: Πόλις, 2026
Ο Χάουαρντ Μέλβιν Φαστ (1914-2003) είναι από τους συγγραφείς που το έργο τους συνδυάζει αριστοτεχνικά την κοινωνική κριτική με την ιστορία, σε απόλυτη συνέπεια με την ιδεολογική και πολιτική στράτευσή τους.
Το 1943 ο Χάουαρντ Μέλβιν Φαστεντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ μαζί με τον φίλο του Ντάσιελ Χάμετ. Το 1950 κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών. Αρνήθηκε να αποκαλύψει τα ονόματα ανθρώπων που είχαν συνεισφέρει οικονομικά σε ίδρυμα για τα ορφανά Αμερικανών εθελοντών στον Ισπανικό Εμφύλιο και καταδικάστηκε σε τρίμηνη φυλάκιση για περιφρόνηση του Κογκρέσου. Το 1951 ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ ανακοίνωσε ότι όποιος εκδότης δημοσίευε κείμενά του θα θεωρούνταν συνεργάτης του εχθρού. Το 1953 ο Φαστέλαβε το Βραβείο Ειρήνης Στάλιν. Το 1956, μετά τις αποκαλύψεις της έκθεσης Χρουστσόφ και τη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία, ήρθε σε ρήξη και αποστασιοποιήθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα, όχι όμως και από τις αριστερές απόψεις του. Σε όλο το μετέπειτα πολυσχιδές μυθιστορηματικό και δοκιμιακό έργο του εξακολούθησε να αποκαλύπτει τις αβυσσαλέες ταξικές ανισότητες που αναπαράγονταν στο εγκληματικό υπόβαθρο και στο υστερικό ψυχροπολεμικό εποικοδόμημα του μεταπολεμικού «αμερικανικού θαύματος»· να κριτικάρει τον κραυγαλέο πλουτισμό των λίγων που προϋποθέτει τη δυστυχία των πολλών αλλά και να ξεσκεπάζει τα συνεπαγόμενα κοινωνικά στερεότυπα και τις υποκριτικές «αξίες» τους, που εξωραΐζουν την καθημερινή βαρβαρότητα, παρουσιάζοντάς την ως τη φυσική και ηθική τάξη πραγμάτων, ως μια θεόσταλτη αυτονόητη κανονικότητα.
Στον πρόλογο που έγραψε το 1992, με αφορμή την έκδοση της Σύλβια στις ΗΠΑ με το πραγματικό του όνομα, εξηγεί το γιατί και το πως προσπάθησε να ξεφύγει από τη μέγγενη της μαύρης λίστας, αναγκαζόμενος να εκδώσει με δικά του μέσα το κορυφαίο έργο του Σπάρτακος, αφού όλοι οι τότε εκδότες είχαν υποκύψει στην τρομοκρατία του FBI. Σε μια εποχή όπου οτιδήποτε μπορούσε να χαρακτηριστεί αντιαμερικανική ενέργεια ο Φαστ άντεξε μερικά χρόνια ως εκδότης, χρεοκόπησε και, μην μπορώντας να ζήσει χωρίς να γράφει, υιοθέτησε το ψευδώνυμο Ε. Β. Κάνιγχαμ, με το οποίο έγραψε είκοσι μυθιστορήματα «αγωνίας και μυστηρίου», με πρώτο τη Σύλβια.
Η υπόθεση
Ο Φρέντρικ Σάμερς, ένας πλούσιος επιχειρηματίας του Λος Άντζελες, προσλαμβάνει τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Άλαν Μάκλιν για να μάθει ποια είναι η Σύλβια Γουέστ την οποία σκόπευε να παντρευτεί, μια νεαρή γοητευτική γυναίκα, που δεν είναι πλούσια αλλά ζει άνετα, είναι μορφωμένη και διαβασμένη και έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή. Με μοναδικά εφόδια μια κάρτα με τον γραφικό χαρακτήρα της, λίγες φωτογραφίες της, ένα βιβλίο με τα ποιήματά της και την εντολή να μην τη συναντήσει ποτέ, αρχίζει να ταξιδεύει από πόλη σε πόλη προκειμένου να ανασυνθέσει τη σκοτεινή πλευρά της ζωής της. Από το Λος Άντζελες στο Πίτσμπουργκ και τις φυλακές Λόνοξ στο Ελ Πάσο και στη Νέα Υόρκη, όσο περισσότερα μαθαίνει για το παρελθόν της Σύλβια, τόσο περισσότερο γοητεύεται από τη μαχητική προσωπικότητά της, χάρη στην οποία η γυναίκα κατάφερε να ξεφύγει από την ακραία, αδιανόητη φτώχεια, την πατρική κακοποίηση και την εξαναγκαστική πορνεία, έχοντας ως μοναδικό, σπάνιο όπλο της τη βουλιμική βιβλιοφιλία της.
Καθώς η πολυφωνική έρευνα του Μάκλιν προχωρά –με το ξεδίπλωμά της να θυμίζει κινηματογραφικό μοντάζ, όπου έπειτα από κάθε συνάντηση με έναν συμπτωματικό «αυτόπτη μάρτυρα» μιας σύντομης περιόδου της ζωής της Σύλβια ανασυνθέτει τα θραύσματα των αναμνήσεών τους και αναθεωρεί τις πολυκύμαντες πτυχές της προσωπικότητάς της–, ο ντετέκτιβ πείθεται ότι η Σύλβια δεν είναι ένα άβουλο θύμα των κοινωνικών και οικογενειακών περιστάσεων. Ούτε το στερεότυπο της αδύναμης καλλονής, που παραδίδεται αμαχητί στο πεπρωμένο που της επιβάλλουν οι άλλοι μέχρι να φανεί ο ήρωας που θα τη σώσει. Είναι μια γυναίκα βασανισμένη μεν, «μπλεγμένη στα δίχτυα των επινοήσεων και των φόβων της», η οποία όμως «ένιωθε την ανάγκη να φωνάξει ότι δεν είχε τίποτα να κρύψει».
Κατά τη διάρκεια της γεωγραφικής και ψυχολογικής του περιπλάνησης ο ντετέκτιβ διαπιστώνει ότι καμία μαρτυρία ή εντύπωση για τη Σύλβιαδεν είναι απόλυτα αντικειμενική. Όσες και όσοι διασταυρώθηκαν μαζί της έχουν τη δική τους πρόσληψη για την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα της, θυμίζοντάς μας ότι η ταυτότητά μας δεν είναι μόνο αυτό που είμαστε ή νομίζουμε ότι είμαστε, αλλά και αυτό που οι άλλοι αντιλαμβάνονται, συνήθως επιφανειακά, ότι είμαστε, με βάση τις εντυπώσεις που τους προκαλεί η καλλιέργεια της δημόσιας εικόνας μας.
Μέχρι που ο ερευνητής, εντυπωσιασμένος από το πείσμα και την ψυχική ανθεκτικότητα του αντικειμένου της έρευνάς του, αρχίζει να εμπλέκεται μαζί του συναισθηματικά. Η επαγγελματική κανονικότητα καταλύεται και ο Άλαν Μάκλιν επιλέγει κι αυτός, όπως και η Σύλβια, έναν δρόμο γεμάτο ρίσκα και υπερβάσεις, λυτρωμένος, ωστόσο, από τα υποκριτικά προσχήματα του καθωσπρεπισμού.
Ο ντετέκτιβ
Αν και συνομιλεί με την αμερικανική παράδοση του νουάρ και τα μυθιστορήματα με ντετέκτιβ, στη Σύλβια παρουσιάζεται πρώτη φορά μια πρωτότυπη αφηγηματική αντιστροφή: η έρευνα μεταμορφώνει τον ντετέκτιβ, τον οδηγεί σταδιακά στη συναισθηματική ταύτιση με το αντικείμενο της έρευνάς του και, ταυτόχρονα, στη συνειδητοποίηση των βαθύτερων στοιχείων της δικής του ταυτότητας.
Από αυτή την άποψη, ο Άλαν Μάκλιν δεν είναι το τυπικό κατασκεύασμα της αστυνομικής λογοτεχνίας, του σινεμά και της τηλεόρασης, ο τύπος του σκληροτράχηλου, κυνικού και αμοραλιστή ιδιωτικού ερευνητή «που πιάνει πουλιά στον αέρα». Δεν οπλοφορεί και απεχθάνεται τη βία. Στα παιδικά του χρόνια γνώρισε τη φτώχεια. Κατάφερε να σπουδάσει τέσσερα χρόνια αρχαία ιστορία στο Σικάγο και στο Λος Άντζελες. Για βιοποριστικούς λόγους δεν ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του με καλό βαθμό, ώστε να πάρει μια θέση διδασκαλίας, και έτσι κατέληξε ντετέκτιβ από ανάγκη. Το ίδιο το επάγγελμά του, το να ξεσκεπάζει «φτηνές απάτες και συζυγικές απιστίες για ένα κομμάτι ψωμί, προχωρώντας μέρα με τη μέρα όλο και πιο κοντά σ’ ένα τέλος τόσο ανούσιο όσο και η αρχή», τον έχει μεταμορφώσει σε έναν μοναχικό τύπο που πασχίζει απεγνωσμένα να αποδείξει στον εαυτό του ότι η ευφυΐα του είναι λίγο πάνω από το μέσο όρο. Ως φαντασιακό αντίδοτο στον άθλιο και ταπεινωτικό βιοπορισμό του, ονειρεύεται, μεταξύ άλλων, να ταξιδέψει έξι μήνες στην Ελλάδα και στην Τουρκία για να δει «όσα είχε δει ο Ιάσονας όταν οδήγησε τους Αργοναύτες στην Κολχίδα για να βρουν το χρυσόμαλλο δέρας».
Η Σύλβια είναι ένα διαχρονικό ψυχολογικό μυθιστόρημα στο οποίοο Φαστ, όπως και στα άλλα έργα του, διερευνά διεισδυτικά θεμελιώδη ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση, ενσωματώνοντας στη ροή της αφήγησης υπόγειες αυτοβιογραφικές νύξεις αλλά και καίρια κοινωνικά και πολιτικά σχόλια, που αναδεικνύουν τη συστημική σήψη και διαφθορά και αποδομούν τα ψεύτικα προσωπεία του ιδεολογήματος της υπεροχής των ΗΠΑ ως «χώρας των ίσων ευκαιριών».
Το 1965 η Σύλβια μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σε σενάριο Σίντνεϊ Μπεμ, σκηνοθεσία Γκόρντον Ντάγκλας, με τον Τζορτζ Μαχάρις στον ρόλο του ντετέκτιβ Άλαν Μάκλιν, την Κάρολ Μπέικερ στον ομώνυμο ρόλο και τον Πίτερ Λόφορντ στον ρόλο τουεκατομμυριούχου Φρέντρικ Σάμερς.
