Τότε που άλλαξαν όλα: ιστορία ενηλικίωσης

Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος «Κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι. Η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στα δύσκολα χρόνια 1967-1975», εκδόσεις:Ποταμός, 2026

Η ιστορία της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ) κατά την περίοδο 1967-1975, αντικείμενο της πρόσφατης μελέτης του καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Ευγένιου Ματθιόπουλου, υπερβαίνει κατά πολύ τις αναγνωστικές προσδοκίες. Δεν πρόκειται απλώς για μια χρήσιμη ψηφίδα στην ιστορία ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος, αλλά για μια συνθετική εργασία που δείχνει πώς η εμπειρία της συμμετοχής διέπλασε σε χρόνους ανελευθερίας τις υποκειμενικότητες των δρώντων-φοιτητών/τριών και δασκάλων.

Ο αποφθεγματικός και ποιητικός τίτλος, δανεισμένος από τον Μπόρχες, Κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι, ηχεί αναστοχαστικά. Η χειραφέτηση ανθρώπων και θεσμών, οι μεγάλες αλλαγές, οι υπερβάσεις συντηρητικών και ασφυκτικών πλεγμάτων, από τότε μέχρι σήμερα, δεν διαμορφώνονται σε στεγανά περιβάλλοντα, αλλά στο καμίνι της ζέουσας πραγματικότητας.

Αυτό που παρακολουθούμε στις σελίδες του ογκώδους βιβλίου είναι μια ιστορία ενηλικίωσης· των καλοτεχνιτών ως συλλογικού υποκειμένου αλλά και ευρύτερα της ΑΣΚΤ. Η ιστορικοποιημένη αφήγηση βασίζεται στην εκτενή αξιοποίηση γραπτών και προφορικών μαρτυριών, σε αρχειακή έρευνα και στην πλούσια σχετική βιβλιογραφία. Ο συγγραφέας συναρμολογεί αφηγηματικά ένα τεράστιο υλικό σε μια μικροϊστορική προοπτική «από τα κάτω» που διασταυρώνεται γόνιμα με το ζωηρό ιστοριογραφικό πεδίο για την περίοδο της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης.

Ανασυστήνοντας μια εποχή

Η επιλογή του Ματθιόπουλου να δώσει προβάδισμα στις βιωμένες εμπειρίες και στις εν πολλοίς απωθημένες μνήμες των ξεχασμένων πρωταγωνιστών, που δεν εξαργύρωσαν την αγωνιστική τους συμμετοχή, είναι καταλυτική. Παρότι η αφήγηση διαθέτει τις αιχμές μιας κοφτερής πολιτικής ματιάς, ο συγγραφέας κατορθώνει να αποφύγει τις παγίδες του καταγγελτισμού ή της μυθολόγησης. Όπου χρειάζεται αποστασιοποιείται και διασώζει τις αποχρώσεις. Είναι εξάλλου υποψιασμένος για τα παιχνίδια της μνήμης και της ερμηνείας, καθώς και για την επισφάλεια του υλικού που εντάσσεται στο πεδίο της προφορικής ιστορίας. Όπως γράφει χαρακτηριστικά: «Δεν μιλάει το τότε, αλλά το σήμερα για το τότε».

Τρεις είναι οι βασικοί άξονες της μελέτης: α) η λειτουργία, η δομή, το πρόγραμμα σπουδών και το εκπαιδευτικό μοντέλο της ΑΣΚΤ, βασισμένο στην Αυθεντία του Δασκάλου, στα Εργαστήρια, στο σχέδιο, στον αντιθεωρητικό εμπειρισμό, στην αισθητική της Αναγέννησης και στα κλασικά ακαδημαϊκά πρότυπα· β) οι αισθητικές αρχές (ελληνικότητα και «παριζιανισμός», ουσιοκρατικές θεωρήσεις, δυσανεξία απέναντι στις πρωτοπορίες, στις νεωτερικές τάσεις και στην αφηρημένη τέχνη), οι ιδεολογικές αντιλήψεις (φιλελεύθερες ή συντηρητικές, αλλά πάντως αποϊδεολογικοποιημένες και χωρίς διάθεση κριτικής του παρόντος) και η στάση, κατά κανόνα παθητικής αποχής-ανοχής, των διδασκόντων (Νίκος Νικολάου, Κώστας Γραμματόπουλος, Δημήτρης Καλαμάρας, Γιώργος Μαυροΐδης, Γιάννης Μόραλης, Γιάννης Παππάς, Παντελής Πρεβελάκης, Παύλος Μυλωνάς)· γ) τα κοινωνικά και μορφωτικά χαρακτηριστικά της κοινότητας των φοιτητών (μεσαία και κατώτερα στρώματα, με υποβαθμισμένο το κατά Μπουρντιέ «σχολικό κεφάλαιο»), η ψυχοδιανοητική τους συγκρότηση και οι κινητοποιήσεις τους στο πλαίσιο του φοιτητικού κινήματος. Το βιβλίο μάς μεταφέρει με ζωντάνια το κλίμα και την ατμόσφαιρα των μαθημάτων, των εργαστηρίων, των συνεδριάσεων και των συνελεύσεων, ανασυστήνοντας μια ολόκληρη εποχή.

Ενάντια στη λήθη

Μεγάλο μέρος της αφήγησης καταλαμβάνει η ανάδειξη άγνωστων πτυχών του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στην ΑΣΚΤ. Ο συγγραφέας επιμένει, πάντα με ιστορικοποιημένο τρόπο και με άξονα τις μαρτυρίες, στις πρακτικές διαρκούς επιτήρησης και τρομοκρατίας εντός και εκτός πανεπιστημίου, αλλά κυρίως στις, μετά το φθινόπωρο του 1972, διαδικασίες ενεργοποίησης της αίσθησης του συνανήκειν, πολιτικοποίησης και οργανωτικής ενδυνάμωσης (αυθόρμητης ή καθοδηγούμενης), των αντιδικτατορικών οργανώσεων (Αντι-ΕΦΕΕ και ΟΜΛΕ κυριαρχούσαν, Ρήγας Φεραίος, ΑΑΣΠΕ και τροτσκιστές είχαν μικρότερη παρουσία) και του Συλλόγου των Σπουδαστών της ΑΣΚΤ, που από το 1967 είχε αδρανήσει. Μια «γενιά», αυτή των Λαμπράκηδων, αποχωρούσε· μια καινούρια, πιο ρευστή και πιο αυθόρμητη στην ιδεολογικοπολιτική της συγκρότηση, αυτή του Πολυτεχνείου, αφυπνιζόταν.

Τα μεγάλα γεγονότα του 1973, βέβαια, που αναπροσανατόλισαν ριζοσπαστικά το κίνημα, ήταν οι καταλήψεις της Νομικής και η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ο Ματθιόπουλος, διαχειριζόμενος έναν κυκεώνα μαρτυριών, επιχειρεί να διαλευκάνει με χρονολογική σειρά τα γεγονότα φωτίζοντας άγνωστες πτυχές. Ας πούμε, ο Σύλλογος των Καθηγητών υπερασπίστηκε θαρραλέα το πανεπιστημιακό άσυλο τις μέρες της Νομικής. Όμως, μετά τη νύχτα της σφαγής του Πολυτεχνείου κανείς δεν στάθηκε στο πλευρό των φοιτητών, σε αντίθεση με αρκετούς καθηγητές και της Συγκλήτου του συστεγαζόμενου ΕΜΠ. Το αίσθημα ενοχής που εκφράζει η μεταγενέστερη ομολογία απουσίας του βοηθού τότε στην έδρα γλυπτικής Θόδωρου Παπαγιάννη είναι αποκαλυπτικό.

Καλύπτοντας τεκμηριωμένα ένα βιβλιογραφικό κενό στην ιστορία του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, η μελέτη πετυχαίνει ταυτόχρονα κάτι μεγαλύτερο. Απέναντι σε ανιστορικές, επιστημονικοφανείς και ατεκμηρίωτες απόψεις που διαχέονται τα τελευταία χρόνια στη δημόσια σφαίρα, καταγράφει με σχολαστική ακρίβεια τους τρόπους δράσης και συμμετοχής, αποδίδοντας και ονομαστικά δικαιοσύνη όσον αφορά τον ρόλο των προσώπων, που ασφαλώς έδρασαν με τις αντιφάσεις τους. Όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση του καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης και λογοτέχνη Παντελή Πρεβελάκη που, παρότι στα μαθήματα ήταν αισθητικά συντηρητικός, με την τολμηρή ηθικοπολιτική στάση του ενθάρρυνε το φρόνημα των φοιτητών.

 Οι μεγάλες αλλαγές θα έρθουν βέβαια στην πρώτη φάση της μεταπολίτευσης με την οποία κλείνει το βιβλίο. Ο συγκροτητικός «μύθος» του Πολυτεχνείου, που τόσο έχει επικριθεί, στην αφήγηση του Ματθιόπουλου ξαναγίνεται πειστικός. Η κεκτημένη εμπειρία της δικτατορίας εκβάλλει στα νέα αιτήματα και στις διεκδικήσεις της μεταπολίτευσης που θα οδηγήσουν στην ανανέωση της ΑΣΚΤ. Και εδώ ο ρόλος των προσώπων είναι καταλυτικός. Μεταξύ 1975 και 1982 οι εκλογές της Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα, του Δημήτρη Μυταρά, του Βλάση Κανιάρη, του Παναγιώτη Τέτση, του Δημοσθένη Κοκκινίδη, του Θόδωρου και του Νίκου Κεσσανλή αποτυπώνουν τον άνεμο της αλλαγής, αν και δεν έλειψαν προβληματικά φαινόμενα άγονης κομματικοποίησης.

Γιατί μας αφορά σήμερα;

Στα προσόντα του βιβλίου συγκαταλέγεται η πρωτότυπη αφηγηματική ροή, χωρίς τον συνήθη διαχωρισμό σε μέρη-κεφάλαια-υποκεφάλαια. Για την εξαιρετικά επιμελημένη και αισθητικά έκδοση, που εμπλουτίζεται με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στις εκδόσεις Ποταμός.

Σήμερα που τα πανεπιστήμια βιώνουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα, με τη φορμαλοποίηση και την τεχνοκρατικοποίηση των σπουδών, την «αριστεία», το αντιδημοκρατικό μοντέλο διοίκησης, με μηχανισμούς επιβολής, ελέγχου και συμβολικής βίας, με τον ατομοκεντρισμό και την υπονόμευση του κύρους τους, η μελέτη προσφέρει πλούσια ερεθίσματα για προβληματισμό. Λειτουργεί και ως μια πρόκληση να σκεφτούμε ξανά την ευθύνη και τη στάση των πανεπιστημιακών δασκάλων, τον ρόλο των φοιτητών στην οργάνωση των σπουδών, τη σχέση με τις εξουσίες και τις κάθε είδους αυθεντίες, τις προϋποθέσεις για ένα γόνιμο διανοητικό και θεσμικό περιβάλλον στα ΑΕΙ.

Σύγγραμμα ιστοριογραφικά πολύτιμο αλλά και, από την άποψη αυτή, κοινωνικά χρήσιμο.

Άκου ζωντανά