Η αποχώρηση των τελευταίων αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ παρουσιάστηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ ως το τέλος μιας «πολύ ακριβής εκδρομής στην κόλαση». Η διατύπωση είναι αποκαλυπτική — όχι τόσο για το Ιράκ, όσο για τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική ηγεσία αντιμετώπισε έναν ολόκληρο λαό: σαν πεδίο άσκησης στρατηγικής, σαν λάθος υπολογισμό, σαν «περιπέτεια» που κόστισε πολύ στην Ουάσιγκτον. Όχι σαν καταστροφή που διέλυσε μια χώρα.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε ότι ολοκλήρωσε την αποχώρηση όλων των δυνάμεών του από το Ιράκ, τερματίζοντας την 12χρονη αποστολή του διεθνούς συνασπισμού κατά του ISIS. Η αποχώρηση είχε συμφωνηθεί δύο χρόνια νωρίτερα ανάμεσα στη Βαγδάτη και την Ουάσιγκτον, ενώ ο Τραμπ τη χαιρέτισε ως «νίκη» για τις ΗΠΑ και το Ιράκ. Παράλληλα, το Πεντάγωνο ξεκαθάρισε ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να παρέχει στο Ιράκ στοχευμένη εκπαίδευση και πληροφοριακή υποστήριξη. Δηλαδή, οι στρατιώτες φεύγουν, αλλά η αμερικανική επιρροή δεν εξαφανίζεται.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν οι ΗΠΑ φεύγουν. Είναι τι αφήνουν πίσω τους.
Η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 χτίστηκε πάνω σε ένα τεράστιο ψέμα: τα υποτιθέμενα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν. Αυτό ήταν το βασικό επιχείρημα με το οποίο οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επιχείρησαν να νομιμοποιήσουν έναν πόλεμο που δεν είχε καμία πραγματική αμυντική βάση. Η ίδια η μετέπειτα έρευνα των ΗΠΑ κατέγραψε ότι η ομάδα επιθεώρησης στο Ιράκ δεν βρήκε σημαντικά αποθέματα όπλων μαζικής καταστροφής, ενώ σε ό,τι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα κατέληξε ότι το Ιράκ δεν διέθετε πυρηνική συσκευή ούτε είχε προσπαθήσει να ανασυστήσει δυνατότητα παραγωγής πυρηνικών όπλων μετά το 1991.
Με άλλα λόγια, ο πόλεμος που κατέστρεψε το Ιράκ ξεκίνησε με μια κατασκευασμένη απειλή. Το ψέμα των όπλων μαζικής καταστροφής δεν ήταν απλώς ένα «λάθος πληροφοριών». Ήταν το ιδεολογικό περιτύλιγμα μιας επέμβασης που είχε βαθύτερους στόχους: τον έλεγχο μιας στρατηγικής χώρας στην καρδιά της Μέσης Ανατολής, την αναδιάταξη των συσχετισμών μετά την 11η Σεπτεμβρίου, την επιβολή αμερικανικής ισχύος στην περιοχή και φυσικά τον έλεγχο γύρω από το πετρέλαιο και τις ροές του.
Το Ιράκ δεν ήταν οποιαδήποτε χώρα. Ήταν μια χώρα με τεράστια ενεργειακά αποθέματα, κρίσιμη γεωγραφική θέση, ιστορικό ρόλο στον αραβικό κόσμο και γειτνίαση με το Ιράν. Για την Ουάσιγκτον, η ανατροπή του καθεστώτος Σαντάμ Χουσεΐν δεν σήμαινε μόνο αλλαγή κυβέρνησης. Σήμαινε προσπάθεια να εγκατασταθεί ένας νέος συσχετισμός δύναμης στη Μέση Ανατολή, με τις ΗΠΑ σε ρόλο αρχιτέκτονα και επιτηρητή.
Μόνο που τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά.
Η εισβολή διέλυσε κρατικές δομές, άνοιξε τον δρόμο σε εμφύλιες και σεχταριστικές συγκρούσεις, αποσταθεροποίησε ολόκληρη την περιοχή και γέννησε νέες μορφές βίας. Η διάλυση του ιρακινού κράτους και του στρατού, η κατοχική διοίκηση, η κοινωνική καταστροφή και η πολιτική ταπείνωση ενός ολόκληρου λαού δημιούργησαν το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν ένοπλες οργανώσεις, πολιτοφυλακές και τελικά το ίδιο το ISIS. Η Ουάσιγκτον επέστρεψε αργότερα στο Ιράκ για να πολεμήσει ένα τέρας που είχε συμβάλει καθοριστικά να γεννηθεί.
Το ανθρώπινο κόστος είναι τεράστιο. Σύμφωνα με το Iraq Body Count, περισσότεροι από 200.000 Ιρακινοί άμαχοι σκοτώθηκαν από την έναρξη της εισβολής. Άλλες εκτιμήσεις, όπως αυτές του προγράμματος Costs of War του Πανεπιστημίου Brown, καταγράφουν ότι από το 2003 μέχρι το 2023 οι θάνατοι στο Ιράκ και τη Συρία, στις περιοχές όπου αναπτύχθηκε η αμερικανική επιχείρηση κατά του ISIS, ανέρχονται σε 550.000 έως 580.000 ανθρώπους, ενώ πολλοί περισσότεροι μπορεί να πέθαναν από έμμεσες αιτίες: καταστροφή υποδομών, ασθενειών, φτώχεια, κατάρρευση υπηρεσιών και συνεχή ανασφάλεια.
Αυτός είναι ο λογαριασμός που δεν εμφανίζεται ποτέ στις δηλώσεις των Αμερικανών προέδρων. Για την Ουάσιγκτον, το κόστος μετριέται σε δολάρια, σε στρατιωτικές απώλειες, σε πολιτική φθορά. Για τον ιρακινό λαό, το κόστος μετρήθηκε σε νεκρούς, ακρωτηριασμένους, ορφανά, πρόσφυγες, κατεστραμμένες πόλεις, δηλητηριασμένο περιβάλλον, διαλυμένες ζωές.
Το Costs of War σημειώνει ότι οι μεταπολεμικές επιπτώσεις δεν τελειώνουν όταν σταματούν οι βομβαρδισμοί. Οι πόλεμοι καταστρέφουν οικονομίες, δημόσιες υπηρεσίες, συστήματα υγείας, περιβάλλον και κοινωνικούς δεσμούς. Στην περίπτωση του Ιράκ, οι αμερικανικές επεμβάσεις ήρθαν να προστεθούν στις καταστροφικές επιπτώσεις προηγούμενων πολιτικών, όπως οι κυρώσεις της δεκαετίας του 1990, ενώ σε περιοχές όπως η Φαλούτζα έχουν καταγραφεί μακροχρόνιες υγειονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες από τους βομβαρδισμούς.
Και σήμερα; Σε τι κατάσταση αφήνουν οι ΗΠΑ το Ιράκ;
Το αφήνουν τυπικά κυρίαρχο, αλλά βαθιά εξαρτημένο. Το Ιράκ παραμένει μια χώρα με τεράστια εξάρτηση από το πετρέλαιο, υψηλή ανεργία, αδύναμο ιδιωτικό τομέα, προβληματικές δημόσιες υπηρεσίες, ελλείψεις σε ηλεκτρισμό και νερό, διαφθορά και σοβαρές κοινωνικές ανισότητες. Η Παγκόσμια Τράπεζα σημειώνει ότι η ιρακινή οικονομία αντιμετωπίζει νέες πιέσεις λόγω της μεγάλης εξάρτησης από το πετρέλαιο και της έκθεσης στις περιφερειακές συγκρούσεις, ενώ η ανεργία παραμένει υψηλή και η συμμετοχή στην αγορά εργασίας χαμηλή. Το ΔΝΤ, από την πλευρά του, καταγράφει επίμονα διαρθρωτικά προβλήματα: υψηλή ανεργία, υπερβολικό κρατικό αποτύπωμα στην οικονομία, αδύναμο τραπεζικό σύστημα, διαφθορά και αναποτελεσματικό τομέα ηλεκτρισμού.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το ζήτημα των πετρελαϊκών εσόδων. Το Reuters υπενθύμισε ότι τα έσοδα από το ιρακινό πετρέλαιο παραμένουν συνδεδεμένα με λογαριασμό της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράκ στη Federal Reserve της Νέας Υόρκης. Το πετρέλαιο αποτελεί περίπου το 90% του κρατικού προϋπολογισμού του Ιράκ, γεγονός που δίνει στην Ουάσιγκτον σημαντική επιρροή πάνω στην οικονομική και πολιτική σταθερότητα της χώρας. Όταν η ιρακινή κυβέρνηση ζήτησε το 2020 την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων, η Ουάσιγκτον φέρεται να απείλησε με περιορισμό της πρόσβασης της Βαγδάτης σε αυτά τα κεφάλαια.
Αυτό λέει πολλά για το είδος της «κυριαρχίας» που αφήνουν πίσω τους οι ΗΠΑ. Οι βάσεις μπορεί να κλείνουν, οι σημαίες μπορεί να κατεβαίνουν, οι στρατιώτες μπορεί να αποχωρούν. Όμως οι μηχανισμοί οικονομικού ελέγχου, οι πιέσεις, οι εξαρτήσεις, τα δίκτυα επιρροής και η περιφερειακή εμπλοκή παραμένουν.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ δεν σημαίνει αυτόματα ειρήνη. Το Ιράκ βρίσκεται ακόμη ανάμεσα σε ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος: τις ΗΠΑ, το Ιράν, τις τοπικές πολιτοφυλακές, τις κουρδικές αρχές, τις περιφερειακές συγκρούσεις, τα κατάλοιπα του ISIS. Η ίδια η είδηση της αποχώρησης συνοδεύεται από ανησυχίες για την ασφάλεια στην κουρδική περιοχή, για την επιρροή φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών και για το αν το ιρακινό κράτος μπορεί πραγματικά να επιβάλει ενιαία κυριαρχία.
Αλλά ας μην αντιστρέφουμε την πραγματικότητα. Η αστάθεια του Ιράκ δεν έπεσε από τον ουρανό. Δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας «ανατολίτικης αδυναμίας» ούτε πολιτισμικού πεπρωμένου, όπως συχνά υπαινίσσεται η αποικιοκρατική ματιά της Δύσης. Είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, της κατοχής, της διάλυσης των κρατικών δομών, της λεηλασίας και της μετατροπής μιας κοινωνίας σε πεδίο πειραματισμού για τη νεοσυντηρητική στρατηγική των ΗΠΑ.
Τι κατάφεραν λοιπόν οι ΗΠΑ στο Ιράκ;
Δεν έφεραν δημοκρατία. Έφεραν κατοχή, χάος και εξάρτηση.
Δεν έφεραν σταθερότητα. Άνοιξαν τον δρόμο σε εμφύλιες συγκρούσεις, πολιτοφυλακές και τζιχαντιστικές οργανώσεις.
Δεν προστάτευσαν τον ιρακινό λαό. Τον έκαναν να πληρώσει με αίμα, φτώχεια και προσφυγιά.
Δεν απελευθέρωσαν το Ιράκ. Το μετέτρεψαν σε πεδίο ανταγωνισμού ξένων δυνάμεων.
Και τώρα αποχωρούν, όχι επειδή δικαιώθηκαν, αλλά επειδή ο κύκλος της κατοχής εξαντλήθηκε πολιτικά και στρατηγικά. Φεύγουν από ένα Ιράκ βαθιά τραυματισμένο, κοινωνικά κουρασμένο, οικονομικά εξαρτημένο, θεσμικά εύθραυστο και γεωπολιτικά παγιδευμένο.
Ο Τραμπ μπορεί να πανηγυρίζει. Η Ουάσιγκτον μπορεί να μιλά για «ομαλή αποχώρηση». Τα δελτία Τύπου μπορούν να παρουσιάζουν την εξέλιξη ως τέλος μιας αποστολής. Όμως για τον ιρακινό λαό, η ιστορία αυτή δεν τελειώνει με την αναχώρηση των τελευταίων Αμερικανών στρατιωτών.
Γιατί ο πόλεμος δεν τελειώνει όταν φεύγει ο στρατός κατοχής. Τελειώνει όταν ένας λαός μπορεί να ξαναχτίσει τη χώρα του χωρίς ξένες επεμβάσεις, χωρίς οικονομικούς εκβιασμούς, χωρίς στρατιωτικές βάσεις, χωρίς πολιτοφυλακές, χωρίς να πληρώνει για δεκαετίες τα εγκλήματα που άλλοι αποφάσισαν στο όνομά του.
Το Ιράκ δεν χρειάζεται άλλη «προστασία» από εκείνους που το κατέστρεψαν. Χρειάζεται πραγματική κυριαρχία, κοινωνική ανοικοδόμηση, δικαιοσύνη για τα θύματα και το δικαίωμα του λαού του να αποφασίσει μόνος για το μέλλον του.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ είναι σημαντική. Αλλά δεν είναι δικαίωση της αμερικανικής πολιτικής. Είναι η καθυστερημένη ομολογία της αποτυχίας της.
