Οι πέστροφες είναι ψάρια καχύποπτα

 Δημήτρης Πέτρου «Μιλάνε σιγανά», εκδόσεις: Πόλις, 2026

Αναρωτιόμουν προ τετραετίας, γράφοντας για τον Δημήτρη Πέτρου, αν κάθε καινούριο βιβλίο του σηματοδοτεί έναν διαφορετικό ποιητικό κύκλο, χωρίς να απαντήσω τότε στο ερώτημα. Διαβάζοντας το Μιλάνε σιγανά, καταλαβαίνω πως σε ποιητές του φάσματος και του στίγματος του Πέτρου, απορίες αναλόγου τύπου δεν έχουν νόημα μιας και ο κόσμος τους αποδεικνύεται εντέλει συμπαγής και ενιαίος, ανεξαρτήτως επιμέρους διαφορών.

Όσον αφορά τον Δημήτρη Πέτρου, πρόκειται για τον κόσμο ενός ποιητή που επεξεργάζεται συνεχώς τη γλώσσα και τη θεματική του (κρατώντας σταθερό τον προσανατολισμό του) όχι για να προχωρήσει εκάστοτε σε έναν ευρύτερο ή βαθύτερο ποιητικό εαυτό, αλλά για να πολλαπλασιάσει τις διαστάσεις μιας πρωταρχικής μονάδας. Μονάδα η οποία αναζητεί αδιάκοπα τις στιβάδες, δηλαδή τα ενεργειακά επίπεδα που θα συγκεντρωθούν όσο πιο μακριά γίνεται από τον πυρήνα της για να πυκνώνουν την ισχύ τους. Κάτι σαν ποιητική της απόκρυψης. Το προτιμώ από μια ποιητική και ποίηση της σιωπής, τόσο γιατί διαισθάνομαι πως ο Πέτρου δεν ρέπει προς τη σιωπή όσο και επειδή διατηρώ πλήθος επιφυλάξεις για το τι ακριβώς σημαίνει η ποιητική σιωπή.

Από την απώλεια του οικείου στη βία της πολιτικής

Με τις ποιητικές του συλλογές Α΄ Παθολογική (2013), Χωματουργικά (2016) και Μόρα (2018) ο Πέτρου θα διαγράψει μια διαδρομή της οποίας τα κομμάτια συνδέονται αριστοτεχνικά μεταξύ τους, τροφοδοτώντας εκ των ένδον το ένα το άλλο: από τις επώδυνες οικογενειακές και φιλικές μνήμες και την προσεκτική ανακίνησή τους (συγκινησιακή και συγκινημένη, ποτέ εκβιαστικά αισθηματολογική), ή από τη βίωση των τόπων καταγωγής και των φυσικών τοπίων (βίωση που δεν επιδιώκει ποτέ να μας αιχμαλωτίσει υπό την πίεση μιας εξωτερικής σαγήνης), μέχρι την ανάπλαση ενός ποιητικού στοιχειού ή μέχρι την ανάδυση μιας ποιητικής μοίρας που συμβολίζει από τη μια πλευρά τον τρόμο για τον θάνατο και τον θρήνο για την απώλεια οποιουδήποτε οικείου χώρου, ενώ παραπέμπει από την άλλη μεριά τόσο στην ποιητική όσο και στη λαϊκή παράδοση.
   Οι ποιητές που είναι γεννημένοι κατά τη δεκαετία του 1970 επιστρέφουν κατά καιρούς στο συλλογικό, σε μία ή σε περισσότερες συλλογές τους, υπό την έννοια ότι τοποθετούν τη δράση των ποιημάτων τους σε κρίσιμα ιστορικά συμφραζόμενα. Στα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που μετατρέπονται σε πρώτη ποιητική ύλη θα πρέπει να συμπεριλάβουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον Ισπανικό Εμφύλιο, τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και το σημερινό σκηνικό πολιτικής αναταραχής, από τους μετανάστες και τους άστεγους της Ευρώπης μέχρι την κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Ο Πέτρου, μέλος της γενιάς για την οποία συζητάμε, θα μπει στο παιχνίδι των ιστορικών συμφράσεων με τον Εικοστό κόσμο (2022), ένα βιβλίο που διαιρείται σε τρεις ενότητες. Και οι τρεις αποτελούνται από πολύστιχα (όχι, όμως, ακριβώς αφηγηματικά) ποιήματα, που ανακαλούν το σφαγείο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, χωρίς κατάχρηση ιστορικών παραπομπών και πολεμικών σκηνών – σαν ένα υπαινικτικό πλην διαρκές και ανησυχητικά διαβρωτικό φόντο. Τα πολύστιχα ποιήματα του Πέτρου δεν είναι ακριβώς αφηγηματικά επειδή δεν ξετυλίγουν μία ή πολλές ιστορίες – ενσωματώνουν, ωστόσο, στο ξετύλιγμά τους θραύσματα μικρών, ανολοκλήρωτων ή αποσπασματικών ιστοριών, που αποκτούν αίφνης μια ρεαλιστική χροιά. Ο ποιητής αποδεικνύεται στους στίχους του Εικοστού κόσμου οξύτερος, ακόμα και πιο επιθετικός, απ’ ό,τι στις προηγούμενες συλλογές του. Δεν χάνει, παρ’ όλα αυτά, την κατακτημένη νηφαλιότητα της έκφρασής του, την ισορροπία του ανάμεσα στο άμεσο αίσθημα και στον ανυποχώρητο υπαινιγμό, που συνιστά και το απαραγνώριστο χαρακτηριστικό της ποίησής του.

Επιστροφή στο παρελθόν ή άλμα στον χρόνο;  


Με το Μιλάνε σιγανά ο Πέτρου μοιάζει να δοκιμάζει ένα είδος επιστροφής στα προγενέστερα: απομάκρυνση από το πολύστιχο και από το εκτεταμένο ποίημα, επάνοδος των φυσικών τόπων, απουσία της πολιτικής και της βίας, χαμηλοί τόνοι, τοποθετημένοι σε μια συρρικνωμένη, αν και χωροταξικά αναπεπταμένη, επιφάνεια. Είναι, όμως, έτσι ή βρισκόμαστε μπροστά σε ένα άλμα στον χρόνο, ιστορικό και ποιητικό;
  Ο χρόνος θα αρχίσει να διαφεύγει τόσο από τον κλοιό της πολιτικής και της Ιστορίας του Εικοστού κόσμου όσο και από τα μνημονικά δεσμά των παλαιότερων βιβλίων, για να μεταστοιχειωθεί σε οντολογικό και υπαρξιακό χρόνο, επανακάμπτοντας όχι στις ποιητικές κατακτήσεις του Πέτρου κατά το παρελθόν, αλλά στις ρίζες της ποίησης:


Πάνε τέσσερις εποχές μακρυά από τον τόπο μου
τα ρυάκια τώρα θα ’χουν φουσκώσει
οι πέστροφες πληθαίνουν
ποιος είν’ αυτός που ανεβαίνει το βουνό;
Πρόσεχε ξένε λέει σιγανά καθώς ανεβαίνει κόντρα στο ποτάμι
μην ταράξεις τα νερά
οι πέστροφες είναι ψάρια καχύποπτα
πολύ φοβισμένα
αύριο επιστρέφω
σήμερα ένας ψυχρός άνεμος φύσηξε από μακρυά
σήμερα το φεγγάρι υψώθηκε πάνω από τις γέφυρες
μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο
δεν βρήκα τρόπο να το δω.


Δεν είναι ο χρόνος της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, ούτε ο χρόνος του ιστορικού αίματος και της οικογενειακής γραμμής. Είναι ένας άλλος, ξένος χρόνος, και συναφώς είναι επίσης ένας μεταλλαγμένος χώρος από όπου έχουν εκλείψει η οποιαδήποτε παραδοχή και αθωότητα για τη δυνατότητα των ανθρώπων να γνωρίσουν και να ορίσουν την υπόσταση και την ταυτότητά τους. Είναι ο χρόνος και ο χώρος μιας οντολογικής περιπέτειας, που θα συμπαρασύρει ολόκληρη την ύπαρξη  στον χορό ενός κενού το οποίο δεν μπορεί να βρει όνομα:

Τρέμω στην ιδέα του θανάτου
μήπως όμως κι ο θάνατος τρέμει
λευκό φως κρύο δωμάτιο
άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους
μήπως το ξανασκέφτηκε
μήπως λέει τώρα στα κρυφά
είναι αργά σκοτείνιασε
ώρα να επιστρέψουμε.


Κι όλα αυτά δίχως την παραμικρή έξαρση. Σαν η φύση, η ζωή, τα πρόσωπα, τα ζώα και οι οργανισμοί να μπορούν να διατρανώσουν άφοβα, σχεδόν με λυρική αισιοδοξία και τόλμη, το σθένος της πεποίθησής τους για όσα μας περιβάλλουν είτε στην εξωτερική είτε στην εσωτερική μας πραγματικότητα, πλην ίσως με ένα ξαφνικό γδάρσιμο. Ή μήπως με μια σπαρακτική μαχαιριά ενόσω δεν προλαβαίνει κανείς να ακούσει τον σπαραγμό;

Άκου ζωντανά