Χριστίνα Οικονομίδου «Πραγματικότητα και άλλες εικασίες», εκδόσεις: Απόπειρα, 2026
Η Χριστίνα Οικονομίδου έχει καταφέρει κάτι σπάνιο: να δημιουργεί συνθήκες αναμονής για το επόμενο βιβλίο της. Καταπιάνεται με ποιητικές συνθέσεις που μοιάζουν με αρχιτεκτονικά σχέδια, στα οποία μπορείς να δεις το μπετόν έως και τα απλωμένα ρούχα στα μπαλκόνια. Κάνει ποίηση με ρεαλιστικά και σκληρά υλικά. Δεν φοβάται την εννοιολόγηση ούτε τις μεγάλες καταλήξεις της ελληνικής γλώσσας, ο ρυθμός παράγεται συχνά με συνδετικές λέξεις, ενώ αγαπά τις παρενθετικές παύλες, τις αγκύλες και τις αποστροφές του λόγου, χωρίς την αγωνία της λείανσης του νοήματος και της πριμοδότησης του γλυκού ήχου.
Η Χριστίνα Οικονομίδου δημιουργεί κόμπους για να πλέξει, όπως είχε σημειώσει ο Γιώργος Μπλάνας για το προηγούμενο βιβλίο της Μ’ έναν χορό στο στόμα (2019). Δηλαδή, διαβάζεις και σταματάς, ίσως και να κομπιάζεις με τις εσωτερικές διαφωνίες ή παλινδρομήσεις της ποιητικής φωνής, που σε οδηγεί μέσα από δροσερές φυλλωσιές αντίστασης στη μονοσημία, στη γόνιμη εμπλοκή με το κείμενο (π.χ.: «Τίποτα στον ορίζοντα καθησυχαστικό / παρά ένα οικείο κάλεσμα – ή μήπως βρυχηθμός – σε μία δυσερμήνευτη αλφάβητο της έλξης / μαγισσών και φιλοσόφων», σ. 22). Επειδή όμως ο γνήσιος στοχασμός δεν έχει αντίκρισμα χωρίς διάλογο, στο κλείσιμο των ποιημάτων της προσθέτει συχνά ένα ΥΓ., που διαποτίζει με προσωπικό εξομολογητικό τόνο την ποιητική της αφήγηση.
Τι σημαίνει όμως η διαχείριση της γλώσσας σε σχέση με την ποιητική του έκτου βιβλίου της; Σύμφωνα με την αναγνωστική οδηγία του τίτλου Πραγματικότητα και άλλες εικασίες, με τη χρήση του «και» (που λειτουργεί ως συνδετικό όμοιων πραγμάτων, σε αντίθεση με τη χρήση του διαζευκτικού «ή») η ποιήτρια τοποθετεί «πραγματικότητα» και «εικασίες» σε ισότιμη θέση, επιτρέποντάς μας να σκεφτούμε πως οι εικασίες είναι εξίσου πραγματικές ή ότι η πραγματικότητα αποτελεί προϊόν εικασίας, ότι τα όρια πάντως μεταξύ των δύο εννοιών δεν είναι απόλυτα αλλά διαπερατά.
Η αστάθεια που χαρίζει υπόγεια η Οικονομίδου στην έννοια της πραγματικότητας θυμίζει την προσέγγιση του Τζούντιθ Μπάτλερ, σύμφωνα με την οποία ό,τι θεωρούμε πραγματικότητα δεν είναι ουδέτερο ή δεδομένο, αλλά συγκροτείται μέσα από επαναλαμβανόμενες κανονιστικές αφηγήσεις, οι οποίες σταδιακά αποκτούν το κύρος του αυτονόητου και της «αλήθειας». Με εφόδια αυτή την υποψία (για την οποία μας προετοιμάζει και η προμετωπίδα), το βιβλίο δεν ξηλώνει μόνο τη βεβαιότητα μίας και αδιαίρετης πραγματικότητας, δεν μας εισάγει απλώς στην πολύ σύγχρονη σκληρότητά της, αλλά εξωθεί στην αναζήτηση εκδοχών της, δίπλα της, γύρω της, μέσα μας. Δεν εννοώ έναν άλλο γαλαξία όσο τη δυνατότητα μετασχηματισμού της φρίκης σε λόγο (discourse). Στο ποίημα «Παρένθεση (Ποιότητες)» (σ. 24) η Οικονομίδου διατηρεί την πεποίθηση που άλλες έχουμε χάσει, πως όταν η ποίηση συναντά τη φρίκη, γίνεται ερμηνευτικό εργαλείο θέασης του κόσμου, εφόσον «[μ]ονάχα όποιος έχει σφουγγαρίσει επιμελώς / με τα μαλλιά της συντριβής τους διαδρόμους / κάποιου λαϊκού νοσοκομείου / υπομένοντας τις άναρθρες κραυγές των ασθενών / – που επιμένουν να ανασυντίθενται / διαψεύδοντας γιατρούς και νοσοκόμους – / μπορεί να ερμηνεύσει επαρκώς». Και στο ΥΓ. του ποιήματος σημειώνει η Οικονομίδου: «Από τους ποιητές που μ’ έχουν καθορίσει / κάποιοι / υπήρξαν φίλοι μου. / Ευγνωμοσύνη».
Η ανάδυση του θαύματος στον ρεαλισμό
Τον χώρο της ποίησης ζωντανεύει και διασχίζει από την αρχή ως το τέλος του βιβλίου ένα πλάσμα στενά συνδεδεμένο με τις υπερβάσεις ή με μια «μυθική» καταγωγή μας. Πρόκειται για τον Κένταυρο, μισό άνθρωπο, μισό άλογο. Ενσαρκώνει τη δυνατότητα να είσαι κάτι άλλο ή να αντιλαμβάνεσαι έναν άλλο κόσμο πέρα από τον κανονιστικά πραγματικό. Ταυτόχρονα όμως μοιάζει να ενσαρκώνει την επιστροφή μέρους του εαυτού μας που η Ιστορία έχει αποσιωπήσει ή ο «πολιτισμός» έχει παραποιήσει. Σύμφωνα με το ποίημα «Κένταυρος Ι», τα υβριδικά αυτά πλάσματα ξύνουν τα «εξελιγμένα κάτω άκρα» τους με μανία μήπως και αποκαλυφθούν τα «αρχαία πέταλα» της καταγωγής τους. Στην πρώτη ενότητα, με τίτλο «Μυθολογίες», εμφανίζονται οι Κένταυροι σε οκτώ από τα δώδεκα ποιήματα, στη δεύτερη εμφανίζονται σε ένα και στην τελευταία εμφανίζονται δύο φορές. Στη μία μάλιστα περίπτωση της τελευταίας ενότητας ο Κένταυρος συγχωνεύεται με το ποιητικό εγώ.
Η Οικονομίδου συνυφαίνει αυτή τη μορφή στα ρεαλιστικά της ποιήματα σαν να σέρνει μέσα στην πολύ πραγματική ζωή τους τη λειτουργία του θαύματος ή/και την ανάμνηση της ξεχασμένης καταγωγής μιας λησμονημένης δυνατότητας. Γιατί πώς να επιβιώσεις αν αφεθείς σε μια εικόνα της πραγματικότητας χωρίς αποχρώσεις, χωρίς αναρωτήσεις, χωρίς ανατροπές και νέους τρόπους θέασής της (για να θυμηθούμε τι ειπώθηκε για τη χρήση της δοκιμιακής γλώσσας στην αρχή); Επιστρατεύοντας όχι ένα σύμβολο, αλλά πολυπρόσωπους Κενταύρους/Κενταυρίνες σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ακούμε τον καλπασμό τους σαν πραγματική δυνατότητα.
Σε συνέντευξή της στη Μάτα Καστρησίου το 2017 η ποιήτρια σχολιάζει χαρακτηριστικά πως οι άνθρωποι «έχουν την ανάγκη να στρέψουν τα μάτια και την προσοχή τους σε άλλους κόσμους, που απαρτίζονται από μακρινά αστέρια ή και απύθμενα βάθη» και ότι αυτό δεν αφορά τόσο «την ανάγκη να διαφύγουν από τις συνθήκες (εξωτερικές και εσωτερικές) που τους κατατρύχουν στη σημερινή τους –στενή, συχνά– πραγματικότητα, όσο, κυρίως, από μιαν ιδιότυπη νοσταλγία γι’ αυτό που υποψιάζονται πως θα μπορούσε να αποτελεί κάτι σαν την ιδιαίτερη πατρίδα τους σ’ ένα μελλοντικό ή και παράλληλο σύμπαν. Ένα κάτι κι ένα κάπου μεταρεαλιστικό, που δι-αισθάνονται […] ότι ήδη υπάρχει, ως παράλληλη πραγματικότητα, αλλά δεν έχουν ορθολογική/ρεαλιστική πρόσβαση σ’ αυτό».
Πομπή διάσωσης των Κενταύρων
Η Οικονομίδου γράφει όλα αυτά τα χρόνια για τους ανθρώπους της πόλης, για τα σπίτια μέσα στα οποία προσπαθούν να ανασάνουν αξιοπρεπώς οι προσωπικοί ήρωές της (όπως η δολοφονημένη Άννα Ιβάνκοβα στο «Οικογένεια ΙΙ», σ. 60) αλλά και ο εαυτός της, τον οποίο εμφανίζει αραιά και πού, μεταμφιεσμένο σε δεύτερο πρόσωπο ή ενσωματωμένο στο πρώτο πληθυντικό. Από το Matthew και Shirley (2009) δουλεύει με τις λαϊκές συνοικίες, τις εργατικές κατοικίες, τα άγνωστα ή/και περιθωριοποιημένα πρόσωπα, τα οποία ονοματίζει, δοκιμάζοντας τη «μουσική της καθημερινότητας», όπως σημείωνε εκεί, σε διάφορες παραλλαγές της. Αλλά δεν κάνει μόνο αυτό. Στο υφαντό του λόγου της, το υφαντό με τους κόμπους, πλέκει έναν λυρισμό που προκύπτει από τα γεγονότα, τις εμπειρίες, την ιστορική τους αίσθηση. Έναν λυρισμό που απελευθερώνει δύσκολα συναισθήματα μέσα στους στίχους. Σε αυτό το βιβλίο ακούμε ως αστικό ήχο πια και τους βομβαρδισμούς παιδιών, που ως «γόνοι των Κενταύρων» παίζουν «κουτσό καταμεσής πυρών» στον παγκόσμιο χάρτη («Ενημέρωση καθηγητών», σ. 23).
Στις «πραγματικότητες» της Οικονομίδου πολλά είναι τα κρίσιμα ερωτήματα: Τι να κάνω/ποιος να γίνω στο λίγο που ζω; Πόσους μύθους να αφήσω να με εμποτίσουν; Πόσα ρίσκα να πάρω που θα στεναχωρήσουν τους οικείους μου; Πόσο ένστικτο, πόση λογική θα καθορίζουν τις αποφάσεις μου; Και πόση σημασία έχει μέσα στην ιστορική διαδρομή η αγκαλιά και η αγάπη. Ειδικά αυτό το τελευταίο, η συνύπαρξη, η αλληλεγγύη, η συγγένεια, όχι κατ’ ανάγκην η βιολογική, τόσο στη ζωή όσο και στην αναγνωστική και δημιουργική πρακτική, παρά τις πενιχρές μας δυνάμεις, μοιάζει να αποτελεί και την καταστατική αρχή των ποιημάτων της και, ενδεχομένως, το μόνο ανθρώπινο ανάχωμα.
Ίσως γι’ αυτό οι Κένταυροι της Οικονομίδου επιμένουν να επιστρέφουν. Ως μυθολογικά κατάλοιπα, με την υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται σε ό,τι η εποχή του θεωρεί «πραγματικό» ή/και «αληθές». Ότι κάτι εξακολουθεί να αντιστέκεται αναζητώντας μια άλλη δυνατότητα ύπαρξης μέσα στον κόσμο, που μας παρακινεί ενστικτωδώς να επαναλάβουμε μια ομαδική αγαπητική πομπή διάσωσης, με ό,τι μέσα διαθέτουμε, με παπί, ποδήλατο και αναπηρικό καρότσι, προς τον Ευαγγελισμό, όπου άλλος ένας Κένταυρος κινδυνεύει χωρίς τις οπλές του.
