Η Μαρία Λαϊνά δεν μας χαρίστηκε

Μαρία Λαϊνά «Δεν θα μου χαριστεί η νύχτα», επιμέλεια Μάνια Μεζίτη – Νίκος Παναγόπουλος, εκδόσεις: Κουκκίδα, 2026

Η Μαρία Λαϊνά δεν μας χαρίστηκε. Ευτυχώς. Το Δεν θα μου χαριστεί η νύχτα των εκδόσεων Κουκκίδα είναι ένα βιβλίο που μας δίνει τη δυνατότητα να την προσεγγίσουμε ιδιοσυγκρασιακά. Η Λαϊνά στην υπό συζήτηση έκδοση παρουσιάζεται ως ποιήτρια και αναγνώστρια, συνομιλήτρια και ταξιδιώτισσα, λάτρις της ζωγραφικής, φανατική οδηγός του Ντεσεβό της. Μοναχική και εκλεκτική.

Η έκδοση, σε ανθολόγηση της Μάνιας Μεζίτη και του Νίκου Παναγόπουλου, συγκεντρώνει συνεντεύξεις της Μαρίας Λαϊνά από το 1982 και μετά, συνεντεύξεις που η ίδια πήρε από ομοτέχνους της, κριτικά κείμενα και άρθρα, μαζί με ένα αδημοσίευτο ποίημα. Είναι ένα βιβλίο 285 σελίδων που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026.

Η Μαρία Λαϊνά (1947-2023), ποιήτρια της γενιάς του ’70, άφησε ένα έργο αναγνωρίσιμο για την πυκνότητα, την αφαίρεση και την ακρίβεια της γλώσσας του. Η Ενηλικίωση, η πρώτη της συλλογή, κυκλοφόρησε το 1968. Ακολούθησαν ποιητικά βιβλία, μεταφράσεις, θεατρικά έργα, κείμενα για την τέχνη και τη λογοτεχνία. Το 1993 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τον εξαιρετικό Ρόδινο φόβο και, το 2022, με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για τη συνολική προσφορά της στα ελληνικά γράμματα.

Η εργοβιογραφία της –ένα παζλ που μπορεί κανείς να επιχειρήσει φυλλομετρώντας την έκδοση που συζητάμε– έχει ενδιαφέρον. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο η ίδια επέλεγε να κατοικεί μέσα στη ζωή και μέσα στην τέχνη. Στις σελίδες του τόμου υπάρχουν πράγματα που δύσκολα θα χωρούσαν σε μια συμβατική εικόνα της ποιήτριας. Μας δείχνουν έναν άνθρωπο που παρατηρεί τον κόσμο με την ίδια ένταση με την οποία παρατηρεί, διαλέγει ή απορρίπτει μια λέξη. Κι ύστερα η ένταση περνά στο σώμα.

Ένας αποτελεσματικός τρόπος να μεταδώσω τον παλμό αυτής της έκδοσης είναι να μιλήσουμε για τη Σαπφώ. Η Σαπφώ ήταν για τη Λαϊνά μια μορφή ποιητικής τελειότητας. Ζήλευε, όπως είχε πει, τα αξεπέραστα ποιήματά της. «Ένα τετράστιχο δικό της να είχα γράψει, θα ξεκουραζόμουν», έλεγε.

Σε ένα κείμενο, λοιπόν, η Λαϊνά μιλά για τη Σαπφώ. Θυμάται μια ανηφορική διαδρομή στη Σέριφο. Η καρδιά της χτυπά γρήγορα, η ανάσα κόβεται. Ξαφνικά αναγνωρίζει στο σώμα της τα συμπτώματα του έρωτα που περιγράφει η Σαπφώ και σκέφτεται: «Λες να είμαι ερωτευμένη;». Η ιστορία είναι αστεία, τρυφερή και απολύτως με τον τρόπο της Λαϊνά.

Στην έκδοση υπάρχουν αρκετά επεισόδια αυτού του ειδικού τύπου. Η Λαϊνά γνώριζε την αξία του ελάχιστου. Στα ποιήματά της μια εικόνα μπορεί να σηκώσει ολόκληρο το βάρος ενός συναισθήματος. Μια χειρονομία μπορεί να υποκαταστήσει μια εξομολόγηση. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με μια ανάμνηση, μια φράση, ένα στιγμιότυπο. Το υλικό πυκνώνει καθώς περνάμε στην ενότητα όπου η Λαϊνά μιλά ή συνομιλεί με ομοτέχνους.

Και εδώ ακριβώς ο τόμος Δεν θα μου χαριστεί η νύχτα γίνεται πολύτιμος. Διαβάζοντας τη Λαϊνά να μιλά για τους άλλους, καταλαβαίνουμε καλύτερα τι ζητούσε από την ποίηση. Ήταν ευφυής, αφοπλιστική, συγκεκριμένη. Είχε την ικανότητα να εντοπίζει γρήγορα εκείνο το μικρό στοιχείο που κάνει μια φωνή αναγνωρίσιμη. Την ενδιέφερε η «παραξενιά» στους ποιητικούς τρόπους, εκείνη η προσωπική περιοχή όπου μια γραφή αποκτά ταυτότητα.

Η γενναιοδωρία της ποιήτριας

Γι’ αυτό έχει σημασία η προσέγγισή της απέναντι σε φωνές που έπονται εκδοτικά της ίδιας, όπως, ενδεικτικά, η Αλεξάνδρα Πλαστήρα, ο Γιάννης Τζανετάκης και ο Δημήτρης Χουλιαράκης. Η Λαϊνά παρακολουθεί το συνεχές της ποίησης και αναγνωρίζει τις αξιοσύστατες φωνές που εμφανίζονται τόσο μετά τη δική της γενιά όσο και συγκαιρινών της όπως η Βερονίκη Δαλακούρα. Υπάρχει εδώ μια γενναιοδωρία που αξίζει να επισημανθεί: η ποιήτρια διαθέτει χώρο για τον άλλον.

Η περίπτωση της Αλόης Σιδέρη είναι χαρακτηριστική. Η Λαϊνά διαβάζει τη γραφή της και θαυμάζει ποιότητες που θα μπορούσαν να περιγράψουν και τη δική της ποιητική: το ολιγόλογο, το απροσποίητο, το έντιμο, το ευθύβολο. Διαβάζοντας τη Λαϊνά να αναγνωρίζει αυτές τις ποιότητες στη Σιδέρη, ακούμε ταυτόχρονα κάτι από τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβανόταν την ποίηση.

Και τότε καταλαβαίνουμε πως η Λαϊνά δεν έγραφε απλώς λιτά. Έβλεπε λιτά. Διέκρινε μέσα στον κόσμο το στοιχείο που μπορούσε να μετατραπεί σε ποίημα και άφηνε τα υπόλοιπα να χαθούν. Ίσως εδώ να βρίσκεται και μια από τις πιθανές γέφυρες προς τις ιαπωνικές επιρροές και συγγένειες που διακρίνονται στην ποιητική της: η αφαίρεση, η σημασία του κενού, η αίσθηση του εφήμερου.

Το Δεν θα μου χαριστεί η νύχτα μας βοηθά να επιστρέψουμε στο έργο της με αυτό το βλέμμα. Να διαβάσουμε ξανά τα ποιήματά της γνωρίζοντας τι θαύμαζε, τι την απασχολούσε, ποιες φωνές θεωρούσε άξιες προσοχής. Να ακούσουμε τη δική της φωνή όταν μιλά για τη φωνή των άλλων.

Αναγνώστρια όσο και δημιουργός

Η σχέση της Λαϊνά με την ποίηση φαίνεται και από τη δουλειά της ως αναγνώστριας και ανθολόγου. Στην Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα, ανθολογία που συνέταξε επιλέγοντας από υπάρχουσες ελληνικές μεταφράσεις, ανοίγει τον ορίζοντά της σε ένα μεγάλο σώμα ποιητικών φωνών. Επίσης, στα Πεντάλ, τις επιφυλλίδες που έγραψε για την Ελευθεροτυπία και συγκεντρώθηκαν στο Θυμάσαι τι είναι ποίηση, η ανάγνωση γίνεται ένας τρόπος μετακίνησης. Πεντάλ πάνω από πόλεις, τοπία, βιβλία, ποιήματα, επικαιρότητα. Η Λαϊνά κινείται διαρκώς προς το ποίημα, από διαφορετικούς δρόμους. Ίσως γι’ αυτό και το βλέμμα της στους άλλους ποιητές έχει τόση οξύτητα.

Και ίσως τελικά αυτή είναι η πιο γοητευτική πλευρά της Λαϊνά: ενώ γεωργούσε με αυστηρή φροντίδα τη δική της ποιητική περιοχή, δεν έπαψε να ανοίγει δρόμους προς τα ποιήματα των άλλων. Με τις μεταφράσεις, τις ανθολογίες, τις συνομιλίες, τις επιφυλλίδες, τις αναγνώσεις. «Οικονομία, ακρίβεια, έκπληξη», όπως έλεγε. Τρεις λέξεις, ένα ποιητικό μάντρα και, τελικά, μια πολύ καλή περιγραφή της ίδιας της ποιητικής της παρουσίας.

Άκου ζωντανά