Η ιστορία της Αριστεράς δείχνει ότι οι μεγάλες αλλαγές ήρθαν μέσα από συναντήσεις, όχι από μοναχικές πορείες» υπογραμμίζει η Μερόπη Τζούφη στη συνέντευξή της στην ΑΥΓΗ της Κυριακής.
Λίγες ημέρες πριν από το Συνέδριο της Νέας Αριστεράς (20-25 Ιανουαρίου) η βουλεύτρια του κόμματος εκτιμά ότι η συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων είναι ένας εφικτός στόχος «αν υπάρξει πολιτική γενναιότητα και αν προταχθούν οι ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας».
Προειδοποιεί μάλιστα ότι σε διαφορετική περίπτωση «η ήττα δεν θα είναι απλώς εκλογική αλλά ιστορική».
Η βουλεύτρια και τομεάρχης Παιδείας-Υγείας της Νέας Αριστεράς εξηγεί γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει στις διαγραφές φοιτητών και επισημαίνει με νόημα ότι «η αμάθεια δεν είναι παράπλευρη απώλεια. Είναι εργαλείο εξουσίας. Μια κοινωνία χωρίς κριτική σκέψη είναι πιο εύκολα χειραγωγήσιμη».
Η ελληνική κυβέρνηση πλήττει τη δημόσια Παιδεία με κάθε τρόπο. Καταργεί το «δημόσια» στην πράξη και επιβάλλει διαρκώς αυταρχικά μέτρα, όπως οι διαγραφές των φοιτητών. Το μοντέλο της ανάπτυξης που επιλέγει βασίζεται στην αμάθεια και στην καθολική άγνοια της κοινωνίας;
Η κυβερνητική πολιτική στην Παιδεία δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε αποσπασματική. Είναι βαθιά ταξική και απολύτως συνειδητή. Η Νέα Δημοκρατία δεν «αποτυγχάνει» να υπερασπιστεί τη δημόσια Παιδεία· την αποδομεί μεθοδικά. Με τη χρόνια υποχρηματοδότηση, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, την απαξίωση της δημόσιας έρευνας και τα αυταρχικά μέτρα, όπως οι μαζικές διαγραφές φοιτητών, επιχειρεί να μετατρέψει τη γνώση από κοινωνικό δικαίωμα σε ατομικό προνόμιο.
Οι διαγραφές δεν αφορούν την «αριστεία» αλλά τον αποκλεισμό των παιδιών των λαϊκών στρωμάτων που εργάζονται, νοικιάζουν, παλεύουν να επιβιώσουν. Είναι μέτρο πειθάρχησης και εκκαθάρισης. Παράλληλα, η κυβέρνηση επενδύει σε ένα μοντέλο ανάπτυξης χαμηλών προσδοκιών: φθηνή εργασία, επισφάλεια, κατάρτιση αντί για μόρφωση, πανεπιστήμια χωρίς φωνή και χωρίς δημοκρατία.
Η αμάθεια δεν είναι παράπλευρη απώλεια. Είναι εργαλείο εξουσίας. Μια κοινωνία χωρίς κριτική σκέψη είναι πιο εύκολα χειραγωγήσιμη, λιγότερο απαιτητική και πιο πρόθυμη να αποδεχθεί την ανισότητα ως κανονικότητα. Αυτό ακριβώς οικοδομεί σήμερα η κυβέρνηση.
Το 2026 ξεκίνησε με εισβολή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, μια εξέγερση στο Ιράν και δύο πολέμους να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, σε Ουκρανία και Παλαιστίνη. «Ζητείται ελπίς» σε μια μαύρη περίοδο που το αγαθό της ειρήνης και όλα τα κεκτημένα των πολιτών, ακόμα και τα ανθρώπινα δικαιώματα αμφισβητούνται. Ποια πρέπει να είναι η απάντηση της Αριστεράς;
Ζούμε σε μια ιστορική καμπή. Ο πόλεμος επιστρέφει ως «κανονικότητα», τα ανθρώπινα δικαιώματα σχετικοποιούνται και η διεθνής έννομη τάξη αντικαθίσταται από το δίκαιο του ισχυρού. Παλαιστίνη και Ουκρανία φλέγονται, η Μέση Ανατολή αποσταθεροποιείται, ενώ οι λαϊκές εξεγέρσεις στο Ιράν αντιμετωπίζονται με ωμή καταστολή. Την ίδια στιγμή, οι απειλές και οι παρεμβάσεις των ΗΠΑ -με τον Τραμπ να επανέρχεται ως σύμβολο ενός ακραίου αυταρχικού ιμπεριαλισμού- επαναφέρουν έναν κόσμο διαρκούς φόβου και αστάθειας. Η Ευρώπη, αντί να υπερασπιστεί την ειρήνη, συναινεί σε μια επικίνδυνη στροφή πολεμικής οικονομίας και κοινωνικής λιτότητας.
Απέναντι σε αυτή τη «μαύρη διεθνή» η Αριστερά δεν μπορεί να είναι ούτε σιωπηλή ούτε αμήχανη. Οφείλει να μιλήσει καθαρά: υπέρ της ειρήνης, του Διεθνούς Δικαίου, της αυτοδιάθεσης των λαών και ενάντια στους εξοπλισμούς που θυσιάζουν κοινωνικά δικαιώματα στο όνομα μιας δήθεν ασφάλειας. Η ελπίδα δεν είναι σύνθημα· είναι πολιτικό σχέδιο. Η Αριστερά πρέπει να συνδέει την ειρήνη με την κοινωνική δικαιοσύνη, να αντιστέκεται στον τραμπισμό, στον αυταρχισμό και στον εθνικισμό, και να υπερασπίζεται τη δημοκρατία όχι αφηρημένα αλλά στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Σε σκοτεινούς καιρούς η απάντηση δεν είναι η παραίτηση. Είναι η συλλογική αντίσταση και η οικοδόμηση ενός άλλου δρόμου.
Το Συνέδριο της Νέας Αριστεράς ξεκινά την ερχόμενη εβδομάδα. Ποιος είναι ο βασικός του στόχος και ποιο το κεντρικό του πρόταγμα;
Το Συνέδριο της Νέας Αριστεράς δεν είναι μια εσωκομματική διαδικασία ρουτίνας. Είναι μια πολιτική στιγμή ευθύνης. Στόχος του είναι να απαντήσει στο βασικό ερώτημα της εποχής: πώς η Αριστερά γίνεται ξανά χρήσιμη στην κοινωνική πλειονότητα. Όχι με γενικόλογες διακηρύξεις αλλά με σαφές, αιχμηρό και ριζοσπαστικό πρόγραμμα. Το κεντρικό του πρόταγμα είναι η οικοδόμηση ενός ισχυρού αριστερού πόλου που θα συγκρουστεί με το καθεστώς Μητσοτάκη και τα οργανωμένα συμφέροντα. Με καθαρές δεσμεύσεις: φορολόγηση του πλούτου, ισχυρό κοινωνικό κράτος, δημόσια Παιδεία και Υγεία, τερματισμό των εξοπλισμών, δίκαιη ενεργειακή μετάβαση, Κράτος Δικαίου χωρίς εξαιρέσεις.
Το Συνέδριο καλείται επίσης να ανοίξει τον δρόμο για ένα λαϊκό μέτωπο χωρίς αποκλεισμούς, με σεβασμό στην αυτονομία αλλά και με επίγνωση ότι κανείς δεν μπορεί να νικήσει μόνος του. Σε μια κοινωνία κουρασμένη και απογοητευμένη, η Νέα Αριστερά οφείλει να εκπέμψει αυτοπεποίθηση, ενότητα και πολιτική τόλμη.
Η συνεργασία των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων αποτελεί κοινωνικό αίτημα. Ωστόσο, παρόλο που ο διάλογος είναι σε εξέλιξη, δεν έχει σημειωθεί ιδιαίτερη πρόοδος με συγκεκριμένα βήματα σύγκλισης. Θεωρείτε ότι είναι ένας εφικτός στόχος για το επόμενο διάστημα;
Η συνεργασία των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή. Είναι κοινωνικό αίτημα. Το ακούς παντού: στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στους νέους ανθρώπους. Η απαίτηση είναι ξεκάθαρη: να μην υπάρξει τρίτη θητεία Μητσοτάκη. Και αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί με κατακερματισμό και μικροκομματικές περιχαρακώσεις.
Ναι, ο διάλογος είναι δύσκολος και συχνά αργός. Υπάρχουν διαφορετικές διαδρομές, τραύματα του παρελθόντος και υπαρκτές διαφωνίες. Όμως η ιστορία της Αριστεράς δείχνει ότι οι μεγάλες αλλαγές ήρθαν μέσα από συναντήσεις, όχι από μοναχικές πορείες. Το κρίσιμο δεν είναι η οργανωτική συγχώνευση αλλά η συμφωνία σε ένα πρόγραμμα σύγκρουσης με τη Δεξιά, την ανισότητα και τη διαφθορά. Η Νέα Αριστερά έχει ξεκαθαρίσει ότι είναι έτοιμη για αυτή τη συζήτηση, χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς ηγεμονισμούς. Είναι εφικτός στόχος αν υπάρξει πολιτική γενναιότητα και αν προταχθούν οι ανάγκες της κοινωνικής πλειονότητας. Διαφορετικά, η ήττα δεν θα είναι απλώς εκλογική, αλλά ιστορική.
Πώς κρίνετε τη στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη απέναντι στους αγρότες;
Η στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη απέναντι στους αγρότες αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής αναλγησίας και πολιτικής υποκρισίας. Οι άνθρωποι της πρωτογενούς παραγωγής βρίσκονται αντιμέτωποι με το εκρηκτικό κόστος ενέργειας, καυσίμων και εφοδίων, με μειωμένες ενισχύσεις και με μια ΚΑΠ που συρρικνώνεται, την ώρα που η κυβέρνηση αρνείται να συγκρουστεί με ισχυρά ευρωπαϊκά και εγχώρια συμφέροντα.
Την ίδια στιγμή, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ φωτίζει τον πραγματικό τρόπο με τον οποίο ασκείται η αγροτική πολιτική: διασπάθιση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, πελατειακές πρακτικές, αδιαφάνεια και ευνοιοκρατία. Ενώ οι μικροί και μεσαίοι αγρότες ασφυκτιούν, τα κονδύλια καταλήγουν σε ημέτερους και μεγάλους παίκτες, με την κυβέρνηση να σιωπά ή να συγκαλύπτει.
Αντί για ουσιαστική στήριξη, οι αγρότες αντιμετωπίζονται ως «πρόβλημα τάξης»: διώξεις, δικαστήρια, ποινικοποίηση κινητοποιήσεων. Η κυβέρνηση δεν σχεδιάζει· αυτοσχεδιάζει με επιδόματα-ασπιρίνες.
Η Αριστερά έχει καθαρή θέση: διαφάνεια και κάθαρση στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στήριξη της μικρής και μεσαίας παραγωγής, δημόσιες πολιτικές για ενέργεια και νερό, προστασία του εισοδήματος. Χωρίς αγρότες δεν υπάρχει επισιτιστική ασφάλεια. Και χωρίς δικαιοσύνη στην ύπαιθρο δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή.