Η είδηση όχι απλώς δημιούργησε αίσθηση αλλά ταρακούνησε συθέμελα τη βιομηχανία του θεάματος και των ΜΜΕ γενικότερα. Γιατί η εξαγορά της Warner Bros από τη Netflix –αν και εφόσον ολοκληρωθεί μέσα στην επόμενη χρονιά– δεν είναι μια απλή επιχειρηματική πράξη, ένα ακόμη οικονομικό mega-deal.

Είναι ένα ορόσημο ολιγαρχικής επιβολής, μια κίνηση που ξεπερνά τα όρια της αγοράς και εισβάλει στον σκληρό πυρήνα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της κοινωνικής ισορροπίας.

Είναι μια πολιτική πράξη, στην πιο ωμή, καθαρή, απογυμνωμένη εκδοχή της. Και ως τέτοια πρέπει να διαβαστεί: όχι ως εταιρική είδηση, αλλά ως επίθεση στο ίδιο το οικοσύστημα που επιτρέπει στη δημοκρατία να λειτουργεί. Ως ακόμη ένα επεισόδιο σε μια μακρά σειρά που θέλει τη σταδιακή παράδοση της πολιτισμικής παραγωγής, της πληροφορίας και της συλλογικής φαντασίας, στις ελίτ της παγκόσμιας ψηφιακής οικονομίας. Και ως επιβεβαίωση ότι ζούμε σε έναν νέο τύπο καθεστώτος, όχι στρατιωτικό, ούτε καν παραδοσιακά αυταρχικό, αλλά σε ένα καθεστώς πολιτισμικής συγκέντρωσης ισχύος, με την εγκαθίδρυση ενός νέου φεουδαλισμού όπου μια χούφτα εταιρείες τι κάνουν; Ελέγχουν τι βλέπουμε, τι μαθαίνουμε, τι συζητάμε, τι θυμόμαστε. τι φανταζόμαστε. Με άλλα λόγια, ελέγχουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Μετατρέποντάς μας έτσι σε παθητικούς καταναλωτές θεαμάτων και πληροφορίας χωρίς φωνή και, επί της ουσίας, χωρίς δυνατότητα επιλογής.

Από την αγορά στο καθεστώς

Η Netflix δεν προτίθεται να αγοράσει απλώς έναν κινηματογραφικό κολοσσό όπως η Warner Bros. Αγοράζει ιστορία, αρχείο, μνήμη, αφήγημα, ισχύ. Αγοράζει την ικανότητα να καθορίζει το «τι είναι σημαντικό» και το «τι αξίζει να ειπωθεί». Αποκτά τον έλεγχο ενός γιγαντιαίου πολιτισμικού μηχανισμού που δεν περιορίζεται στην ψυχαγωγία. Στην πραγματικότητα, η εταιρεία θα λειτουργεί πλέον ως ολιγαρχικός ρυθμιστής της πολιτισμικής παραγωγής. Και η πολιτισμική παραγωγή είναι πολιτική, είναι διαμόρφωση συνειδήσεων, στάσεων, συμπεριφορών, είναι μια άσκηση ηγεμονίας που κανένα εκλογικό σύστημα δεν μπορεί να ελέγξει. Και αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος: οι ολιγάρχες δεν κυνηγούν απλώς το κέρδος, κυνηγούν την ικανότητα να διαμορφώνουν τον κόσμο στα μέτρα τους.

Σε μια υγιή δημοκρατία, η κουλτούρα είναι δημόσιο αγαθό. Παράγεται από πολλούς, εκφράζει πολλούς, ενοχλεί πολλούς, είναι πεδίο σύγκρουσης. Σε μια ολιγαρχία, η κουλτούρα είναι ιδιοκτησία. Αγοράζεται, αρχειοθετείται, εμπορευματοποιείται, κλειδώνεται πίσω από αλγοριθμικούς τοίχους και εταιρικά συμβούλια.

Με την επιδιωκόμενη εξαγορά της Warner, η Netflix αποκτά έναν ενοποιημένο έλεγχο στην παραγωγή, τη διανομή, την προώθηση, καθώς και πρόσβαση στο περιεχόμενο. Αυτό δεν είναι απλώς συγκέντρωση, είναι καθεστωτικός έλεγχος. Όπως κατά τη φεουδαρχία οι γαιοκτήμονες έλεγχαν τη γη –και άρα την επιβίωση, στον 21ο αιώνα, οι ισχυροί των media ελέγχουν το περιεχόμενο, και άρα τη συνείδηση.

Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά. Μια ματιά στα στοιχεία έρευνας του Roosevelt Institute, είναι απολύτως ενδεικτική: το 1983, πενήντα εταιρείες ήλεγχαν την πλειονότητα των αμερικανικών Μέσων ενώ μέχρι τις αρχές του 2000, μόνο έξι εταιρείες κατείχαν τη μερίδα του λέοντος. Το 2025, πέντε εταιρείες (National Amusements, Disney, TimeWarner, Comcast, News Corp) ελέγχουν σχεδόν όλους τους αμερικανικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, τον Τύπο και την πλειονότητα των streaming services.

Συνθήκη που δεν συνιστά, βεβαίως, αμερικανική πρωτοτυπία. Στην Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Κύπρο, ολιγάρχες που ελέγχουν τον Τύπο εισβάλλουν σιγά σιγά και στον χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου, χρηματοδοτώντας ταινίες και παραγωγές και ελέγχοντας τις διανομές στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Εκλεπτυσμένη, καλυμμένη φίμωση

Το ποιοι λοιπόν κρατούν τα κλειδιά των αλγόριθμων, δεν είναι κάτι που πρέπει να προσπερνάμε ελαφρά τη καρδία. Γιατί οι προτάσεις που εμφανίζονται στην οθόνη μας δεν είναι ουδέτερες, είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος που μαθαίνει τι μας κρατά υποταγμένους στην πλατφόρμα αδιαφορώντας για την κριτική σκέψη, την αμφισβήτηση, την πολιτική εγρήγορση. Ή μάλλον, ακόμα χειρότερα: μιλάμε για ένα σύστημα που, αν κρίνει κανείς από το ποιόν των επιχειρηματιών που συστηματικά εξαγοράζουν μικρότερες εταιρείες, ευνοεί την προώθηση της ακροδεξιάς ατζέντας.

Δεν είναι τυχαίο ότι –όπως έγραψε και ο Οδυσσέας Γραμματικάκης στην Εφημερίδα των Συντακτών– δύο ημέρες αφού η Netflix ανακοίνωσε την εξαγορά της Warner Bros, ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε παρέμβαση, καθώς η συμφωνία, όπως ανέφερε, «μπορεί να δημιουργεί προβλήματα». Λίγες ώρες αργότερα, η φιλική προς τον Τραμπ εταιρεία παραγωγής ταινιών Paramount Skydance, ανακοίνωσε νέα προσφορά προς τη Warner Bros αξίας 108 δισ. δολ. Η προσφορά έγινε με τη συνδρομή επενδυτικών funds από τη Σαουδική Αραβία, το Αμπου Ντάμπι, το Κατάρ και από την εταιρεία του γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ.

Είτε λοιπόν μια τεχνολογική εταιρεία υπηρεσιών streaming, που κυριολεκτικά δολοφονεί αργά και βασανιστικά τον κινηματογράφο όπως τον ξέραμε παράγοντας fast food cinema, θα εξαγοράσει τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής στις ΗΠΑ, ή η Warner Bros θα εξαγοραστεί από μια αρκετά ύποπτη εταιρική κοινοπραξία φίλων και υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ, που θα λειτουργεί με όρους MAGA και θα στοχεύει στον εκφασισμό του Μέσου.

Κι αυτό, είναι το πιο επικίνδυνο είδος πολιτικής ηγεμονίας: η ηγεμονία που μεταμφιέζεται σε διασκέδαση δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η πραγματικότητα φιλτράρεται, εξωραΐζεται, εξουδετερώνεται. Ένα περιβάλλον όπου οι κοινωνικές κρίσεις αντιμετωπίζονται ως θεματικές κατηγορίες και τα πολιτικά εγκλήματα ως «true crime» ψυχαγωγία.

Από τη στιγμή, μάλιστα, που πολιτική εξουσία και ολιγαρχία των media συμπίπτουν σε έναν κοινό στόχο –τη διαχείριση της κοινωνικής συναίνεσης- το τι είναι «ιστορικό», τι είναι «αληθινό», τι είναι «κοινώς αποδεκτό», μπορεί κάλλιστα να καθορίζεται από τις ελεγχόμενες πλατφόρμες ενημέρωσης, από τα διαφόρων ειδών ντοκιμαντέρ που παρουσιάζονται ως αλήθεια, από τις σειρές που διαμορφώνουν ιστορική μνήμη, από το περιεχόμενο που γίνεται viral, από τις «ενοχλητικές» αφηγήσεις που εξαφανίζονται σιωπηλά. Έτσι λειτουργεί άλλωστε η σύγχρονη προπαγάνδα: δεν σε φιμώνει, σε «ψυχαγωγεί».

Αντίσταση ζωτικής σημασίας

Όχι, η επένδυση στο περιεχόμενο δεν είναι πολιτισμική προσφορά όπως θέλουν να μας πείσουν οι ολιγάρχες των media. Στην πραγματικότητα, συνιστά κατάληψη δημόσιου χώρου. Η δημοκρατία προϋποθέτει σύγκρουση ιδεών, πρόσβαση σε διαφορετικές φωνές, ανεξάρτητη πολιτισμική παραγωγή, κοινωνική συμμετοχή στην αφήγηση. Όταν όλα αυτά αντικαθίστανται από παγκόσμια franchises, από σειρές-μαγνήτες της προσοχής και από ομογενοποιημένο περιεχόμενο που απευθύνεται στο «μέσο κοινό», τότε η δημοκρατία υποχωρεί. Όχι με κραυγές αλλά με χειροκροτήματα.

Αν αντιδρούμε λοιπόν έναν κόσμο όπου η πολιτική σκέψη παράγεται σε εταιρικά στούντιο, τότε πρέπει να αντιμετωπίσουμε την υπερσυγκέντρωση των media ως πολιτικό και κοινωνικό κίνδυνο πρώτης τάξης.

Αυτό σημαίνει: σκληρή αντιμονοπωλιακή νομοθεσία -όχι ημίμετρα, ρήξη με τη λογική της αυτορυθμιζόμενης αγοράς, ενίσχυση δημόσιων και κοινοτικών μέσων παραγωγής τέχνης, στήριξη ανεξάρτητων δημιουργών που δεν έχουν πρόσβαση στα φέουδα των πλατφορμών, διαφάνεια και δημοκρατικός έλεγχος των αλγόριθμων, εκπαίδευση των πολιτών στην κριτική ανάγνωση της ψηφιακής κουλτούρας, πολιτικές που απαγορεύουν την κάθετη συγκέντρωση περιεχομένου και πλατφόρμας στην ίδια εταιρεία.

Και αυτό, δεν είναι οικονομικό ζήτημα. Είναι ζήτημα λαϊκής κυριαρχίας.

Φωτο: Cottonbro Studio / Pexels

Στείλτε email στο admin@diktioaristera.gr

Κατασκευή ιστοσελίδας: @AM - 2025