Την ώρα που τα δημόσια πανεπιστήμια και οι κοινωνικές υπηρεσίες αναζητούν πόρους, η Ευρώπη διοχετεύει ολοένα περισσότερα δισεκατομμύρια στην πολεμική βιομηχανία. Από τα βρετανικά συνδικάτα μέχρι την Ελλάδα και την «Ασπίδα του Αχιλλέα», επανέρχεται επιτακτικά το ερώτημα: ποια ασφάλεια και για ποιον;
«Μισθοί, όχι όπλα». Με αυτόν τον καθαρό πολιτικό άξονα παρεμβαίνει στη συζήτηση για τον ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό το βρετανικό συνδικάτο εργαζομένων στα πανεπιστήμια και τα κολέγια, University and College Union – UCU.
Σε συνέντευξή της στο σοσιαλιστικό περιοδικό Tribune, η γενική γραμματέας του συνδικάτου, Τζο Γκρέιντι, περιγράφει μια πραγματικότητα γνώριμη σε όλη την Ευρώπη: τα πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν περικοπές, απολύσεις και κλείσιμο προγραμμάτων, ενώ την ίδια στιγμή αυξάνεται η κρατική χρηματοδότηση της πολεμικής βιομηχανίας και ενισχύεται η σύνδεση της εκπαίδευσης με τον τομέα της άμυνας.
Το επιχείρημα που προβάλλεται από τις κυβερνήσεις είναι ότι οι στρατιωτικές δαπάνες δεν εξασφαλίζουν μόνο την άμυνα, αλλά δημιουργούν θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία και οικονομική ανάπτυξη. Αυτό ακριβώς υποστηρίζει και η ελληνική κυβέρνηση. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει δηλώσει ότι, όταν σχεδιάζονται στρατηγικά, οι αμυντικές δαπάνες αποτελούν πηγή εξειδικευμένης απασχόλησης και τεχνολογικής ικανότητας.
Ωστόσο, αυτή η αφήγηση αποφεύγει το κεντρικό ερώτημα: ποιες κοινωνικές ανάγκες μένουν πίσω όταν όλο και μεγαλύτερο τμήμα των δημόσιων πόρων κατευθύνεται προς τους εξοπλισμούς;
Η Ελλάδα στην πρώτη γραμμή του επανεξοπλισμού
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη ανάμεσα στις χώρες του ΝΑΤΟ με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις για το 2026, συγκαταλέγεται στις λίγες χώρες που φτάνουν τον νέο στόχο του 3,5% του ΑΕΠ για αμιγώς αμυντικές δαπάνες.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», το νέο σύστημα αεράμυνας που συνδυάζει υπάρχοντα μέσα των Ενόπλων Δυνάμεων με ισραηλινής κατασκευής αντιαεροπορικά και αντιπυραυλικά συστήματα. Το συνολικό κόστος υπολογίζεται σε περίπου 3,1 δισ. ευρώ.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη συμφωνία ως επένδυση στην εθνική ασφάλεια και στην ελληνική αμυντική βιομηχανία. Όμως αποτελεί ταυτόχρονα μια ακόμη βαθύτερη οικονομική και στρατιωτική σύνδεση της χώρας με το Ισραήλ, την ώρα που συνεχίζεται η καταστροφή της Γάζας και η διεθνής κατακραυγή για τα εγκλήματα σε βάρος του παλαιστινιακού λαού.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τεχνική ή ουδέτερη. Είναι μια σαφής πολιτική προτεραιότητα: δισεκατομμύρια για εξοπλιστικά προγράμματα και στρατηγικές συνεργασίες, σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία δοκιμάζεται από την ακρίβεια, το υψηλό κόστος στέγασης και την αποδυνάμωση των δημόσιων υπηρεσιών.
Πανεπιστήμια που εξακολουθούν να ζητούν τα βασικά
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η λειτουργική χρηματοδότηση των πανεπιστημίων αυξήθηκε από 109,4 εκατ. ευρώ το 2020 σε 133,15 εκατ. ευρώ το 2026. Ανακοίνωσε επίσης χρηματοδότηση 115,85 εκατ. ευρώ για συντήρηση και επισκευές πανεπιστημιακών υποδομών.
Ακόμη και με αυτές τις ενισχύσεις, όμως, η Σύνοδος των Πρυτάνεων επισημαίνει ότι οι διαθέσιμοι πόροι για την περίοδο 2026–2030 υπολείπονται των πραγματικών αναγκών των ιδρυμάτων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ανακαίνιση και τη συντήρηση των υποδομών τους.
Η αντίθεση είναι ενδεικτική. Από τη μία πλευρά, τα πανεπιστήμια διεκδικούν πρόσθετη χρηματοδότηση για στοιχειώδεις λειτουργικές και κτιριακές ανάγκες. Από την άλλη, ένα και μόνο εξοπλιστικό πρόγραμμα φτάνει τα 3,1 δισ. ευρώ — ποσό πολλαπλάσιο της ετήσιας λειτουργικής χρηματοδότησης όλων των ελληνικών πανεπιστημίων μαζί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ευρώ για την άμυνα μπορεί αυτομάτως να μεταφερθεί στην εκπαίδευση. Σημαίνει όμως ότι ο κρατικός προϋπολογισμός αποτυπώνει πολιτικές επιλογές και ιεραρχήσεις. Και σήμερα η πολεμική προετοιμασία αποκτά προτεραιότητα έναντι της κοινωνικής ασφάλειας.
Τι σημαίνει πραγματική ασφάλεια;
Το βρετανικό συνδικάτο θέτει το ζήτημα πέρα από τα στενά όρια των πανεπιστημίων. Ασφάλεια δεν είναι μόνο τα οπλικά συστήματα και οι στρατιωτικές συμμαχίες. Είναι η δυνατότητα ενός ανθρώπου να έχει αξιοπρεπή κατοικία, θέρμανση, σταθερή εργασία, δημόσιο νοσοκομείο και σχολείο. Είναι η προστασία μιας κοινωνίας από τις πλημμύρες, τις πυρκαγιές και την κλιματική κρίση. Είναι τα δημοκρατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα.
Αυτή η συζήτηση είναι σήμερα αναγκαία και στην Ελλάδα. Όχι για να αντιμετωπίζονται επιπόλαια τα ζητήματα άμυνας, αλλά για να μη βαφτίζεται «εθνική ανάγκη» κάθε εξοπλιστική επιλογή και να μη μετατρέπεται η ασφάλεια σε προνομιακό πεδίο εταιρικών συμφερόντων, αδιαφανών συμβάσεων και γεωπολιτικών εξαρτήσεων.
Η μετάβαση σε μια πολεμική οικονομία δεν αφορά μόνο τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς. Επηρεάζει την έρευνα, την εκπαίδευση, τη βιομηχανική πολιτική και τελικά ολόκληρη την κοινωνία. Τα πανεπιστήμια κινδυνεύουν να αντιμετωπίζονται λιγότερο ως χώροι ελεύθερης γνώσης και περισσότερο ως τροφοδότες προσωπικού και τεχνολογίας για την αμυντική βιομηχανία.
Το αίτημα «μισθοί, όχι όπλα» δεν είναι ένα απλοϊκό σύνθημα. Είναι η απαίτηση να επαναπροσδιοριστεί η ίδια η έννοια της ασφάλειας: με επίκεντρο την ειρήνη, την κοινωνική προστασία, τη δημόσια παιδεία και τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων.
Το άρθρο βασίζεται και σε στοιχεία της συνέντευξης της Τζο Γκρέιντι στο βρετανικό περιοδικό Tribune.
