Οι εκλογές του 2022 αποτέλεσαν σημείο καμπής για τη Σουηδία. Οι Σουηδοί Δημοκράτες αναδείχθηκαν δεύτερο κόμμα και, παρότι έμειναν έξω από την κυβέρνηση, απέκτησαν για πρώτη φορά αποφασιστική επιρροή στη διακυβέρνηση της χώρας. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ένα ξαφνικό εκλογικό ατύχημα, αλλά αποτέλεσμα μιας βαθύτερης και μακρόχρονης μετατόπισης του σουηδικού πολιτικού συστήματος προς τα δεξιά.
Για δεκαετίες η Σουηδία αποτελούσε, τουλάχιστον στη συλλογική ευρωπαϊκή αντίληψη, σχεδόν συνώνυμο του κοινωνικού κράτους.
Ισχυρά συνδικάτα, υψηλή φορολογία, καθολικές δημόσιες υπηρεσίες και μια Σοσιαλδημοκρατία που κυριαρχούσε στην πολιτική ζωή συγκροτούσαν αυτό που έγινε γνωστό ως «σουηδικό μοντέλο».
Οι εκλογές της 11ης Σεπτεμβρίου 2022 έδειξαν πόσο πολύ είχε αλλάξει αυτή η εικόνα.
Οι Σοσιαλδημοκράτες της Magdalena Andersson παρέμειναν πρώτο κόμμα και μάλιστα αύξησαν το ποσοστό τους στο 30,33%. Όμως ο συνασπισμός της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς δεν συγκέντρωσε αρκετές έδρες για να παραμείνει στην κυβέρνηση.
Το δεξιό μπλοκ εξασφάλισε οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Το πραγματικά ιστορικό αποτέλεσμα όμως ήταν άλλο: οι ακροδεξιοί Σουηδοί Δημοκράτες (Sverigedemokraterna – SD) έφτασαν το 20,54% και τις 73 έδρες, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τους παραδοσιακούς συντηρητικούς Μετριοπαθείς, οι οποίοι περιορίστηκαν στο 19,10% και 68 έδρες. Το Κόμμα της Αριστεράς έλαβε 6,75% και 24 έδρες.
Η αλλαγή δεν αφορούσε απλώς την αριθμητική του Κοινοβουλίου.
Σήμαινε ότι ένα κόμμα το οποίο επί χρόνια βρισκόταν στο περιθώριο του σουηδικού πολιτικού συστήματος αποκτούσε πλέον κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής.
Από το πολιτικό περιθώριο στον πυρήνα της εξουσίας
Οι Σουηδοί Δημοκράτες ιδρύθηκαν το 1988 και οι ιστορικές τους ρίζες συνδέονται με τμήματα της σουηδικής ακροδεξιάς και του νεοναζιστικού χώρου.
Στις επόμενες δεκαετίες, υπό την ηγεσία του Jimmie Åkesson, το κόμμα προσπάθησε συστηματικά να απομακρύνει τα πιο ακραία στελέχη και σύμβολά του και να παρουσιάσει μια περισσότερο θεσμική εικόνα.
Η βασική πολιτική του γραμμή όμως παρέμεινε σταθερή: δραστικός περιορισμός της μετανάστευσης, αυστηρότερη πολιτική απέναντι στους πρόσφυγες, ισχυρότερη αστυνομική καταστολή και έμφαση σε μια εθνικά ομοιογενή αντίληψη της σουηδικής κοινωνίας.
Για χρόνια τα υπόλοιπα κόμματα αρνούνταν οποιαδήποτε συνεργασία μαζί τους.
Το 2022 αυτό το τείχος κατέρρευσε.
Μετά τις εκλογές, οι Μετριοπαθείς του Ulf Kristersson σχημάτισαν κυβέρνηση μαζί με τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Φιλελεύθερους. Οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν μπήκαν τυπικά στην κυβέρνηση, όμως συμφώνησαν να τη στηρίζουν στο Κοινοβούλιο μέσω της λεγόμενης Συμφωνίας του Tidö.
Με αυτόν τον τρόπο απέκτησαν για πρώτη φορά ουσιαστική επιρροή στην κυβερνητική πολιτική, ιδιαίτερα σε ζητήματα μετανάστευσης, ένταξης και δημόσιας τάξης.
Δεν μετακινήθηκαν μόνο οι ψηφοφόροι – μετακινήθηκε ολόκληρη η πολιτική ατζέντα
Η επιτυχία της ακροδεξιάς δεν μπορεί όμως να εξηγηθεί αποκλειστικά από την αύξηση των ποσοστών της.
Ίσως σημαντικότερη ήταν η ικανότητά της να μετακινήσει προς τα δεξιά το σύνολο της πολιτικής συζήτησης.
Θέματα που κάποτε θεωρούνταν ακραίες θέσεις των Σουηδών Δημοκρατών σταδιακά υιοθετήθηκαν, σε διαφορετικό βαθμό, από κόμματα της παραδοσιακής Δεξιάς αλλά και από τους ίδιους τους Σοσιαλδημοκράτες.
Η μετανάστευση άρχισε να παρουσιάζεται ολοένα περισσότερο μέσα από το πρίσμα της εγκληματικότητας, των συμμοριών και της «αποτυχίας ενσωμάτωσης».
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την κοινωνική πολιτική και την ανισότητα παραχώρησε σημαντικό χώρο σε μια συζήτηση γύρω από τον νόμο, την τάξη και την εθνική ταυτότητα.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία της ακροδεξιάς: όχι απλώς ότι αύξησε τις ψήφους της, αλλά ότι ανάγκασε μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος να συζητά με τους δικούς της όρους.
Η κρίση του «σουηδικού μοντέλου»
Η στροφή αυτή δεν προέκυψε σε κοινωνικό κενό.
Για δεκαετίες η Σουηδία είχε ένα από τα ισχυρότερα κοινωνικά κράτη στην Ευρώπη. Όμως ήδη από τη δεκαετία του 1990 πραγματοποιήθηκαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις αγοράς και ιδιωτικοποιήσεις.
Ιδιωτικές επιχειρήσεις απέκτησαν αυξανόμενο ρόλο στην εκπαίδευση, την υγεία και τη φροντίδα ηλικιωμένων, ενώ η αγορά εργασίας έγινε πιο επισφαλής για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων.
Το αποτέλεσμα ήταν μια κοινωνία περισσότερο άνιση από εκείνη που είχε δημιουργήσει τη διεθνή εικόνα του «σουηδικού μοντέλου».
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, κοινωνικές ανασφάλειες που σχετίζονταν με την εργασία, την κατοικία, τις δημόσιες υπηρεσίες και τις αυξανόμενες ταξικές διαφορές μπορούσαν ευκολότερα να μετατραπούν σε πολιτική δυσαρέσκεια.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες πρότειναν μια απλή εξήγηση: για την υποβάθμιση της κοινωνικής ασφάλειας δεν ευθύνονταν οι ιδιωτικοποιήσεις, η αναδιανομή του πλούτου προς τα πάνω ή η αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους, αλλά η μετανάστευση.
Αυτή η αφήγηση βρήκε ακροατήριο ιδιαίτερα σε τμήματα εργατικών και μικρότερων επαρχιακών περιοχών.
Η δύσκολη θέση της Σοσιαλδημοκρατίας
Η αντίδραση των Σοσιαλδημοκρατών σε αυτή την εξέλιξη ήταν αντιφατική.
Από τη μια προσπάθησαν να υπερασπιστούν το κοινωνικό κράτος και να εμφανιστούν ως δύναμη σταθερότητας.
Από την άλλη, σε κρίσιμα ζητήματα όπως η μετανάστευση και η εγκληματικότητα μετακινήθηκαν και οι ίδιοι προς αυστηρότερες θέσεις.
Η στρατηγική ήταν κατανοητή εκλογικά: να εμποδιστεί η διαρροή εργατικών ψηφοφόρων προς τους Σουηδούς Δημοκράτες.
Όμως δημιούργησε ένα πολιτικό πρόβλημα.
Όταν η Αριστερά ή η Κεντροαριστερά αποδέχεται μεγάλο μέρος της περιγραφής της πραγματικότητας που προτείνει η ακροδεξιά, είναι δύσκολο στη συνέχεια να πείσει γιατί οι ψηφοφόροι δεν πρέπει να επιλέξουν το αυθεντικό αντί για το αντίγραφο.
Η εμπειρία της Σουηδίας προσφέρει έτσι ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίδαγμα: η προσαρμογή της Κεντροαριστεράς στην ατζέντα της ακροδεξιάς δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη τον περιορισμό της.
Μπορεί αντίθετα να συμβάλει στη νομιμοποίηση των βασικών της θέσεων.
Και η Αριστερά;
Το Κόμμα της Αριστεράς βρέθηκε επίσης μπροστά σε δύσκολα ερωτήματα.
Το 2022 συγκέντρωσε 6,75%, μειωμένο σε σχέση με το 8% περίπου που είχε λάβει το 2018.
Το κόμμα είχε επιχειρήσει τα προηγούμενα χρόνια να εμφανιστεί ως πιο αυτόνομη δύναμη απέναντι στους Σοσιαλδημοκράτες, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στην προστασία του κοινωνικού κράτους και στα εργασιακά ζητήματα.
Είχε μάλιστα προκαλέσει την πτώση της κυβέρνησης Stefan Löfven το 2021, όταν αρνήθηκε να αποδεχθεί την απελευθέρωση των ενοικίων στις νεόδμητες κατοικίες.
Ωστόσο η Αριστερά δεν κατάφερε στις εκλογές του 2022 να μετατρέψει την κοινωνική ανασφάλεια σε μαζική εκλογική μετατόπιση προς τα αριστερά.
Αυτό αποτελεί ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό πρόβλημα.
Όταν μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης αισθάνονται ανασφάλεια και εγκατάλειψη, η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς η ηθική καταγγελία της ακροδεξιάς.
Χρειάζεται μια πειστική κοινωνική πρόταση που να συνδέει τη στέγη, τους μισθούς, την εργασία, τις δημόσιες υπηρεσίες και την ασφάλεια με το ζήτημα της αναδιανομής του πλούτου και της κοινωνικής ισότητας.
Η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η εγκατάλειψη μιας ιστορικής παράδοσης
Η πολιτική μετατόπιση της Σουηδίας δεν περιορίστηκε στην εσωτερική πολιτική.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η τότε σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση εγκατέλειψε μια παράδοση στρατιωτικής μη ευθυγράμμισης που είχε διαρκέσει περισσότερο από δύο αιώνες και υπέβαλε αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ.
Η επιλογή αυτή υποστηρίχθηκε από μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος και ολοκληρώθηκε τελικά το 2024.
Η εξέλιξη έδειξε ότι η μετατόπιση του σουηδικού πολιτικού κέντρου δεν αφορούσε μόνο τη μετανάστευση ή το κοινωνικό κράτος.
Αφορούσε και την εξωτερική πολιτική, την άμυνα και τη θέση της χώρας στις διεθνείς στρατιωτικές συμμαχίες.
Η ακροδεξιά δεν χρειάζεται πάντα υπουργούς για να κυβερνά
Η εμπειρία της κυβέρνησης που σχηματίστηκε μετά το 2022 δείχνει και κάτι ακόμη.
Ένα ακροδεξιό κόμμα δεν χρειάζεται απαραίτητα να κατέχει υπουργεία για να καθορίζει την πολιτική.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες παρέμειναν εκτός υπουργικού συμβουλίου, αλλά η κοινοβουλευτική επιβίωση της κυβέρνησης Kristersson εξαρτιόταν από τη στήριξή τους.
Αυτό τους επέτρεψε να επηρεάσουν άμεσα τη μεταναστευτική πολιτική και τις πολιτικές για την εγκληματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορούσαν να διατηρούν μέρος της εικόνας ενός κόμματος που βρίσκεται «έξω από το σύστημα».
Η περίπτωση της Σουηδίας έγινε έτσι ένα χαρακτηριστικό ευρωπαϊκό παράδειγμα της διαδικασίας με την οποία η ριζοσπαστική Δεξιά περνά από το περιθώριο στην πολιτική κανονικότητα.
Το πραγματικό ερώτημα για την Αριστερά
Το αποτέλεσμα του 2022 δεν ήταν απλώς μια εκλογική ήττα της Κεντροαριστεράς.
Ανέδειξε ένα βαθύτερο πρόβλημα στρατηγικής για την ευρωπαϊκή Αριστερά.
Σε κοινωνίες όπου αυξάνεται η ανασφάλεια, η ακροδεξιά επιχειρεί να μετατρέψει την ταξική δυσαρέσκεια σε σύγκρουση μεταξύ εκείνων που βρίσκονται χαμηλότερα στην κοινωνική κλίμακα.
Ο μετανάστης παρουσιάζεται ως ανταγωνιστής για την κατοικία.
Ο πρόσφυγας ως βάρος για το κοινωνικό κράτος.
Οι φτωχές περιφέρειες των πόλεων ως πρόβλημα «πολιτισμού» και όχι ως αποτέλεσμα κοινωνικού αποκλεισμού.
Αν η Αριστερά δεν καταφέρει να επαναφέρει στο κέντρο της συζήτησης το ερώτημα ποιος κατέχει τον πλούτο, ποιος πληρώνει την κρίση και ποιος ωφελείται από τις ιδιωτικοποιήσεις και τις ανισότητες, τότε το κενό μπορεί να συνεχίσει να καλύπτεται από την ακροδεξιά.
Η Σουηδία του 2022 ήταν μια προειδοποίηση.
Όχι επειδή μια κοινωνία θεωρούμενη επί δεκαετίες «προοδευτική» άλλαξε ξαφνικά μέσα σε μία νύχτα.
Αλλά ακριβώς επειδή δεν άλλαξε μέσα σε μία νύχτα.
Η μετατόπιση είχε προετοιμαστεί επί χρόνια — μέσα από τις κοινωνικές αλλαγές, τις ιδιωτικοποιήσεις, την ανασφάλεια, την υποχώρηση της οργανωμένης εργασίας και τη σταδιακή αποδοχή της ατζέντας της Δεξιάς από μεγάλο τμήμα του πολιτικού κέντρου.
Τέσσερα χρόνια μετά: τι έδειξαν οι εκλογές του 2026
Η ιστορία όμως δεν σταμάτησε το 2022.
Στις εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου 2026, το δεξιό μπλοκ έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του. Οι Σοσιαλδημοκράτες παρέμειναν πρώτο κόμμα με 28,02%, ενώ οι Σουηδοί Δημοκράτες υποχώρησαν σημαντικά στο 17,48% και στις 62 έδρες. Αντίθετα, το Κόμμα της Αριστεράς ανέβηκε στο 8,40% και στις 30 έδρες. Η αντιπολίτευση των Σοσιαλδημοκρατών, Αριστεράς, Πρασίνων και Κέντρου συγκέντρωσε συνολικά 176 έδρες έναντι 173 του απερχόμενου δεξιού μπλοκ.
Το αποτέλεσμα αυτό οδήγησε τον Ulf Kristersson στην παραίτηση από την πρωθυπουργία και περιόρισε την κοινοβουλευτική δύναμη της ακροδεξιάς.
Δεν σημαίνει όμως ότι η πολιτική μετατόπιση που ξεκίνησε πριν από το 2022 εξαφανίστηκε.
Τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης είχαν ήδη μετακινήσει σημαντικά τη σουηδική πολιτική συζήτηση, ιδιαίτερα στα ζητήματα της μετανάστευσης, της εγκληματικότητας και της ασφάλειας. Ακόμη και μια νέα κεντροαριστερή κυβέρνηση δεν επιστρέφει αυτομάτως τη Σουηδία στο πολιτικό και κοινωνικό μοντέλο προηγούμενων δεκαετιών.
Και ίσως αυτό να αποτελεί το σημαντικότερο συμπέρασμα της σουηδικής εμπειρίας:
οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάζουν πολύ γρηγορότερα από τους πολιτικούς συσχετισμούς και τις ιδέες που έχουν ήδη ριζώσει μέσα σε μια κοινωνία.
Το άρθρο αποτελεί ελεύθερη διασκευή του κειμένου «After the Election: Sweden’s Shift to the Right» του transform! europe, με επικαιροποίηση και πρόσθετα στοιχεία από τη Σουηδική Εκλογική Αρχή και διεθνείς πηγές.
