Η άνοδος της AfD δεν εξηγείται μόνο από τη μετανάστευση ή τον εθνικισμό. Κόστος ζωής, φόβος ανεργίας, αποβιομηχάνιση, υποβάθμιση υποδομών και μια βαθιά αίσθηση ότι «κανείς δεν μας ακούει» διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό πολιτικό σκηνικό. Την ίδια ώρα, η Αριστερά κερδίζει έδαφος σε ορισμένες πόλεις, αλλά δυσκολεύεται να ξανακερδίσει μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης στην περιφέρεια.
Η γερμανική πολιτική σκηνή αλλάζει με ταχύτητα που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν δύσκολο να φανταστεί κανείς.
Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, η AfD διπλασίασε σχεδόν τη δύναμή της σε σχέση με το 2021 και έφτασε στο 20,8%, κατακτώντας 152 έδρες. Η CDU αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με 22,6%, ενώ το SPD υποχώρησε στο 16,4%. Η Die Linke, αντίθετα, ανέκαμψε σημαντικά και έφτασε στο 8,8%.
Το 2026, όμως, οι περιφερειακές εκλογές έδειξαν ότι η πολιτική μετατόπιση συνεχίζεται — και μάλιστα με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ η AfD ξεπέρασε το 40%, ενώ στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία κατέκτησε την πρώτη θέση με περίπου 38%. Στο ίδιο κρατίδιο η CDU του καγκελάριου Friedrich Merz κατέρρευσε κάτω από το εκλογικό όριο του 5%, καταγράφοντας το χειρότερο περιφερειακό αποτέλεσμα της ιστορίας της.
Η προφανής ερώτηση είναι:
γιατί τόσο πολλοί Γερμανοί ψηφίζουν AfD;
Το Counterfire προτείνει όμως μια άλλη αφετηρία:
γιατί τόσο λίγοι εξακολουθούν να θέλουν να ψηφίσουν τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες;
Το κόστος ζωής στο κέντρο της δυσαρέσκειας
Για μεγάλα τμήματα της γερμανικής κοινωνίας, το βασικό ζήτημα δεν είναι η ιδεολογία αλλά η καθημερινότητα.
Οι τιμές έχουν αυξηθεί.
Η ενέργεια παραμένει ακριβή.
Η στέγη απορροφά όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος.
Και η αίσθηση κοινωνικής ασφάλειας που χαρακτήριζε επί δεκαετίες τη γερμανική οικονομία έχει αρχίσει να υποχωρεί.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Counterfire, στις μετεκλογικές έρευνες της Σαξονίας-Άνχαλτ περίπου εννέα στους δέκα ψηφοφόρους της AfD δήλωναν ότι ανησυχούν για το αν θα μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους.
Η πολιτική δυσαρέσκεια επομένως δεν ξεκινά μόνο από τα ζητήματα ταυτότητας.
Ξεκινά και από ένα πολύ πιο απλό ερώτημα:
«θα μπορώ να ζήσω όπως ζούσα πριν;»
Για πολλούς, η απάντηση αρχίζει να γίνεται αρνητική.
Δημόσιες υπηρεσίες που φθείρονται
Στη γερμανική κοινωνία έχει επίσης εξαπλωθεί η αίσθηση ότι οι βασικές υποδομές δεν λειτουργούν πλέον όπως παλαιότερα.
Το σιδηροδρομικό δίκτυο έχει γίνει συνώνυμο των καθυστερήσεων και των βλαβών.
Σε ορισμένες αγροτικές περιοχές η πρόσβαση σε γιατρό γίνεται όλο και δυσκολότερη.
Γέφυρες, δρόμοι και δημόσιες εγκαταστάσεις χρειάζονται επενδύσεις που καθυστερούν επί χρόνια.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς πρακτικό.
Είναι πολιτικό.
Όταν οι πολίτες βλέπουν ότι οι δημόσιες υπηρεσίες υποβαθμίζονται ενώ ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις ανακοινώνουν τεράστιες αυξήσεις στις στρατιωτικές δαπάνες, δημιουργείται εύκολα η εντύπωση ότι οι προτεραιότητες της πολιτικής τάξης βρίσκονται αλλού.
Το Counterfire συνοψίζει αυτή την αίσθηση με μια σκληρή διατύπωση: οι πολίτες καλούνται να «σφίξουν το ζωνάρι», την ώρα που το κράτος αγοράζει περισσότερα drones και πυραύλους.
Η Ανατολική Γερμανία δεν ξέχασε την επανένωση
Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την πτώση του Τείχους, οι οικονομικές διαφορές ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση δεν έχουν εξαφανιστεί.
Χαμηλότεροι μισθοί, λιγότερες μεγάλες επιχειρήσεις, δημογραφική συρρίκνωση και μετανάστευση των νέων προς τη Δυτική Γερμανία έχουν αφήσει βαθιά ίχνη.
Για πολλούς κατοίκους της Ανατολής, η επανένωση δεν βιώθηκε μόνο ως πολιτική απελευθέρωση αλλά και ως περίοδος μαζικής αποβιομηχάνισης.
Εργοστάσια έκλεισαν.
Τοπικές επιχειρήσεις εξαφανίστηκαν.
Ολόκληρες κοινότητες έχασαν μεγάλο μέρος της οικονομικής και κοινωνικής τους ζωής.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Counterfire, αυτή η εμπειρία εξακολουθεί να τροφοδοτεί μια αίσθηση ότι οι κάτοικοι της Ανατολής αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Ο φόβος της ανεργίας επιστρέφει
Η γερμανική βιομηχανία περνά επίσης μια δύσκολη περίοδο.
Η αυτοκινητοβιομηχανία, ένας από τους πυλώνες του γερμανικού οικονομικού μοντέλου, αντιμετωπίζει αυξημένο διεθνή ανταγωνισμό, υψηλό ενεργειακό κόστος και μεγάλες πιέσεις για αναδιάρθρωση.
Εργοστάσια περιορίζουν την παραγωγή, ενώ δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας βρίσκονται υπό απειλή.
Το Counterfire συνδέει μάλιστα μία από τις μεγαλύτερες μετακινήσεις ψηφοφόρων προς την AfD με περιοχές γύρω από τα εργοστάσια αυτοκινήτων του Wolfsburg και του Braunschweig.
Ακόμη κι όταν ο φόβος της ανεργίας δεν μετατρέπεται σε πραγματική απόλυση, η αίσθηση ότι μια σταθερή βιομηχανική εργασία μπορεί να εξαφανιστεί έχει τεράστια πολιτική σημασία.
Για μια χώρα που για δεκαετίες συνέδεσε την κοινωνική σταθερότητα με την ισχυρή βιομηχανική παραγωγή, αυτό αποτελεί σοβαρή ρωγμή.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει εναλλακτική
Ένα άλλο θέμα που υπογραμμίζει το Counterfire είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Η βασική γραμμή των κυβερνητικών και περισσότερων κοινοβουλευτικών κομμάτων παραμένει η στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία και η αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Όμως ένα σημαντικό τμήμα της γερμανικής κοινωνίας αντιμετωπίζει αυτή την πολιτική με σκεπτικισμό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί οι ψηφοφόροι συμμερίζονται την ίδια αντίληψη για τη Ρωσία ή για την εισβολή στην Ουκρανία.
Σημαίνει όμως ότι υπάρχει μια υπαρκτή κοινωνική βάση που επιθυμεί μεγαλύτερη έμφαση στη διπλωματία και μικρότερη στρατιωτική εμπλοκή.
Το Counterfire υποστηρίζει ότι αυτή η θέση βρίσκει ελάχιστη εκπροσώπηση στα μεγάλα κόμματα, γεγονός που αφήνει χώρο στην AfD αλλά και στο BSW να εμφανίζονται ως οι βασικές αντιπολεμικές πολιτικές φωνές.
Η μετανάστευση ως κόλλα διαφορετικών δυσαρεσκειών
Η AfD έχει χτίσει μεγάλο μέρος της πολιτικής της ταυτότητας πάνω στη σκληρή στάση απέναντι στη μετανάστευση.
Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο.
Όμως η κοινωνική βάση της ψήφου της δεν είναι ενιαία.
Η άποψη ότι κάθε ψηφοφόρος της AfD είναι απλώς ένας ιδεολογικά συγκροτημένος ακροδεξιός ή ρατσιστής είναι, σύμφωνα με τον Robert Dale, υπερβολικά απλοϊκή.
Έρευνες κοινής γνώμης καταγράφουν συχνά αντιφατικές στάσεις: ισχυρή στήριξη στην απέλαση μεταναστών χωρίς νόμιμο καθεστώς, αλλά ταυτόχρονα επίσης υψηλή αποδοχή της παραμονής ανθρώπων που έχουν ενταχθεί στην κοινωνία.
Αυτό δεν αναιρεί τον σκληρό εθνικιστικό χαρακτήρα μεγάλου μέρους της ρητορικής της AfD.
Δείχνει όμως ότι η πολιτική επιρροή της επεκτείνεται και σε πολίτες των οποίων οι απόψεις είναι πολύ περισσότερο αντιφατικές.
Η μετανάστευση λειτουργεί έτσι ως «κόλλα» που ενώνει διαφορετικές δυσαρέσκειες: κόστος ζωής, φόβο για την εργασία, δυσπιστία προς το κράτος και αίσθηση κοινωνικής εγκατάλειψης.
Η «πολιτική ορθότητα» και η σύγκρουση για τη γλώσσα
Το Counterfire δίνει ιδιαίτερη έμφαση και σε ένα λιγότερο οικονομικό ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο μεγάλο μέρος της φιλελεύθερης και αριστερής πολιτικής μιλά στους ψηφοφόρους.
Ο Robert Dale υποστηρίζει ότι αρκετοί πολίτες αισθάνονται πως πρέπει πρώτα να μάθουν τη «σωστή» γλώσσα πριν γίνουν αποδεκτοί στον προοδευτικό πολιτικό χώρο.
Ζητήματα όπως η μετανάστευση, η πανδημία, η Ουκρανία ή η ελευθερία του λόγου αντιμετωπίζονται συχνά όχι ως θέματα προς συζήτηση αλλά ως τεστ πολιτικής και ηθικής ορθότητας.
Ο αντιφασίστας μουσικός Jan Gorzow το περιγράφει με μια χαρακτηριστική φράση που παραθέτει το Counterfire: η ακροδεξιά λέει στους νέους «έλα όπως είσαι», ενώ η Αριστερά συχνά ξεκινά λέγοντάς τους «δεν μπορείς να μιλάς έτσι».
Είναι μια υπερβολική διατύπωση, αλλά αγγίζει ένα πραγματικό πολιτικό πρόβλημα:
μπορεί η Αριστερά να κερδίσει κοινωνικά στρώματα τα οποία αντιμετωπίζει πρώτα ως πολιτισμικά προβληματικά και μετά ως πιθανούς συμμάχους;
Το παράδοξο της AfD
Υπάρχει εδώ μια μεγάλη αντίφαση.
Η AfD εμφανίζεται σε πολλά οικονομικά ζητήματα με έντονα φιλελεύθερες ή νεοφιλελεύθερες θέσεις.
Δεν αποτελεί κόμμα αναδιανομής πλούτου προς τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.
Και όμως καταφέρνει να κερδίζει σημαντική υποστήριξη σε εργατικές και φτωχότερες περιοχές.
Η εξήγηση βρίσκεται εν μέρει στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος της ψήφου προς την AfD δεν είναι ψήφος εμπιστοσύνης αλλά ψήφος απόρριψης.
Οι ψηφοφόροι δεν λένε απαραίτητα:
«η AfD θα λύσει τα προβλήματά μου».
Λένε συχνά:
«οι υπόλοιποι απέτυχαν και θέλω να τους τιμωρήσω».
Το λεγόμενο «τείχος προστασίας» —η άρνηση όλων των άλλων κομμάτων να συνεργαστούν με την AfD— έχει μάλιστα ένα παράδοξο αποτέλεσμα.
Τη διατηρεί σε μεγάλο βαθμό ως κόμμα «εκτός συστήματος», ακόμη κι όταν διαθέτει εκατομμύρια ψηφοφόρους και ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία.
Και πού βρίσκεται η Αριστερά;
Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο.
Πολλά από τα προβλήματα που περιγράφονται —κόστος ζωής, ανεργία, κοινωνικές υποδομές, αποβιομηχάνιση, ενεργειακό κόστος— θα μπορούσαν θεωρητικά να αποτελούν κλασικά πεδία αριστερής πολιτικής.
Και όμως σε πολλές εργατικές περιοχές της Ανατολικής Γερμανίας η AfD είναι εκείνη που εμφανίζεται ως η βασική αντισυστημική δύναμη.
Η Die Linke έχει χάσει μεγάλο μέρος της παλιάς κοινωνικής της βάσης στα ανατολικά κρατίδια.
Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025 πάντως κατάφερε να ανακάμψει, ανεβαίνοντας στο 8,8% και τις 64 έδρες, έναντι 4,9% το 2021.
Η ανάκαμψη αυτή όμως δεν είναι γεωγραφικά ομοιόμορφη.
Το Βερολίνο δείχνει έναν διαφορετικό δρόμο
Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 στο Βερολίνο έδωσαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
Εκεί η Die Linke αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με περίπου 25%, με βασικό άξονα της καμπάνιας της το στεγαστικό και την πρόταση κοινωνικοποίησης μεγάλου αριθμού κατοικιών που ανήκουν σε μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες.
Το αποτέλεσμα δείχνει ότι μια αριστερή πολιτική μπορεί να κερδίσει μαζική στήριξη όταν συνδέεται με ένα συγκεκριμένο, άμεσα βιωμένο κοινωνικό πρόβλημα.
Το Βερολίνο όμως έχει και μια ιδιαιτερότητα.
Η δύναμη της Die Linke συγκεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στις νεότερες, περισσότερο μορφωμένες και αστικές περιοχές του κέντρου.
Στα μεγάλα εργατικά συγκροτήματα κατοικιών στα περίχωρα, η AfD σημείωσε πολύ υψηλότερα ποσοστά.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό δίλημμα:
μπορεί η Αριστερά να μεταφέρει την επιτυχία της από τα προοδευτικά αστικά στρώματα προς τα εργατικά στρώματα που έχουν στραφεί στην ακροδεξιά;
Μεκλεμβούργο: μια προειδοποίηση για όλο το πολιτικό σύστημα
Οι εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία ήταν ακόμη πιο δραματικές.
Η AfD κατέκτησε την πρώτη θέση με περίπου 38%.
Οι Σοσιαλδημοκράτες διατήρησαν ισχυρή παρουσία, αλλά η CDU κατέρρευσε στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο κάτω του 5%.
Για τον καγκελάριο Friedrich Merz, το αποτέλεσμα αποτελεί σοβαρό πολιτικό πλήγμα.
Και ταυτόχρονα θέτει ένα μεγαλύτερο ερώτημα για τη στρατηγική του πολιτικού κέντρου.
Αν το μόνο μήνυμα προς τους ψηφοφόρους είναι «μην ψηφίσετε AfD», χωρίς ταυτόχρονα να δίνεται πειστική απάντηση στα προβλήματα που τους απασχολούν, πόσο μπορεί να λειτουργήσει αυτή η στρατηγική;
Δεν είναι μόνο γερμανικό το πρόβλημα
Η περίπτωση της Γερμανίας έχει σημασία για ολόκληρη την Ευρώπη.
Σε πολλές χώρες, τα παραδοσιακά κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα χάνουν κοινωνικές βάσεις που θεωρούσαν κάποτε δεδομένες.
Οι λόγοι διαφέρουν από χώρα σε χώρα.
Όμως το μοτίβο επαναλαμβάνεται:
ακρίβεια,
στεγαστική κρίση,
ανασφάλεια στην εργασία,
υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών,
αίσθηση απώλειας ελέγχου,
δυσπιστία απέναντι στα μέσα ενημέρωσης και στους πολιτικούς θεσμούς.
Η ακροδεξιά προσφέρει απλές απαντήσεις.
Συχνά στρέφει την κοινωνική οργή προς τους μετανάστες, τις μειονότητες ή κάποιον εξωτερικό εχθρό.
Αλλά η επιτυχία της δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από τις δικές της ιδέες.
Εξηγείται και από το κενό που αφήνουν οι αντίπαλοί της.
Το δύσκολο ερώτημα για την ευρωπαϊκή Αριστερά
Η άνοδος της AfD δεν σημαίνει ότι εκατομμύρια Γερμανοί μεταμορφώθηκαν ξαφνικά σε ιδεολογικούς ακροδεξιούς.
Σημαίνει όμως ότι ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Δεξιάς έχει καταφέρει να μετατρέψει μια βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια σε εκλογική δύναμη.
Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην ηθική καταγγελία.
Ούτε μπορεί να αγνοεί τον πραγματικό χαρακτήρα της AfD, τις εθνικιστικές και αντιμεταναστευτικές θέσεις της και την παρουσία σκληρών ακροδεξιών ρευμάτων στο εσωτερικό της.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι διαφορετικό:
πώς ξανακερδίζονται άνθρωποι που πιστεύουν ότι το πολιτικό σύστημα δεν ενδιαφέρεται πλέον για αυτούς;
Η εμπειρία του Βερολίνου δείχνει ότι συγκεκριμένες κοινωνικές προτάσεις —όπως η κατοικία— μπορούν να δημιουργήσουν διαφορετικούς συσχετισμούς.
Η εμπειρία των ανατολικών κρατιδίων δείχνει όμως ότι αυτό δεν συμβαίνει αυτόματα.
Χρειάζεται μια Αριστερά που να μιλά όχι μόνο για αξίες, αλλά και για μισθούς, εργασία, συντάξεις, ενέργεια, στέγη, δημόσιες υπηρεσίες και τοπικές κοινότητες.
Και κυρίως μια Αριστερά που να μπορεί να ακούει ακόμη και εκείνους με τους οποίους διαφωνεί.
Γιατί το μεγαλύτερο ίσως λάθος είναι να θεωρεί κανείς ότι εκατομμύρια δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι μπορούν απλώς να διαγραφούν ως «χαμένοι».
Η Γερμανία του 2026 δείχνει ακριβώς το αντίθετο:
αν τους εγκαταλείψει η Αριστερά και το πολιτικό κέντρο, κάποιος άλλος θα τους διεκδικήσει.
Το άρθρο αποτελεί ελεύθερη απόδοση και διασκευή του κειμένου του Robert Dale «Germany: Fifty ways to alienate your voter», που δημοσιεύτηκε στο Counterfire στις 25 Σεπτεμβρίου 2026, με πρόσθετα στοιχεία από τη γερμανική Ομοσπονδιακή Εκλογική Αρχή και τα αποτελέσματα των περιφερειακών εκλογών του Σεπτεμβρίου 2026.
