Η συζήτηση στη Νέα Αριστερά για τις πολιτικές συνεργασίες ανοίγει ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα από τις επόμενες εκλογές: την ανασύνθεση της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής Αριστεράς και τη σύνδεσή της με τα κοινωνικά κινήματα. Οι αναφορές του Γαβριήλ Σακελλαρίδη στο ΜέΡΑ25 ως δυνητικό συνομιλητή, οι διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και η ανάγκη κοινής δράσης δημιουργούν μια συζήτηση που αναμένεται να κορυφωθεί στο συνέδριο της Νέας Αριστεράς.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει στο εσωτερικό της Νέας Αριστεράς για τις πολιτικές συνεργασίες δεν είναι απλώς μια συζήτηση εκλογικής τακτικής. Αγγίζει ένα πολύ βαθύτερο ζήτημα: αν και με ποιον τρόπο μπορεί να ανασυγκροτηθεί ένας διακριτός πόλος της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής Αριστεράς, ο οποίος θα έχει ταυτόχρονα πολιτική παρουσία, κοινωνικές αναφορές και ουσιαστική σχέση με τα κινήματα.
Σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα του Sofokleousin, στο εσωτερικό της Νέας Αριστεράς υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για τις συνεργασίες, με ένα τμήμα να προκρίνει τη συνεννόηση με το ΜέΡΑ25 και ένα άλλο να βλέπει περισσότερο προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Το θέμα αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της πορείας προς το συνέδριο του κόμματος, που προγραμματίζεται για τις αρχές Δεκεμβρίου.
Ωστόσο, η δημόσια συζήτηση που έχει ήδη αναπτυχθεί δείχνει ότι το πραγματικό ερώτημα είναι ευρύτερο από μια επιλογή ανάμεσα σε δύο κόμματα.
Σακελλαρίδης: Ενότητα, αλλά με πολιτικούς και αξιακούς όρους
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, στη συνέντευξη Τύπου της Νέας Αριστεράς στη ΔΕΘ, έθεσε με αρκετή σαφήνεια το ζήτημα της ενότητας της Αριστεράς.
Αναγνώρισε ότι οι διασπάσεις των προηγούμενων χρόνων δεν ήταν όλες αποτέλεσμα προσωπικών αντιπαραθέσεων αλλά είχαν πραγματικές πολιτικές αιτίες. Ταυτόχρονα, όμως, υποστήριξε ότι αυτές οι διαφορές δεν μπορούν να αποτελούν επ' αόριστον εμπόδιο σε έναν νέο διάλογο.
Κατά τον ίδιο, η ενότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί με την αποσιώπηση των διαφωνιών. Χρειάζεται ανοιχτή συζήτηση γι' αυτές και πολιτικά, αξιακά και ηθικά κριτήρια για τις ενδεχόμενες συγκλίσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο επικεφαλής της Νέας Αριστεράς χαρακτήρισε δημόσια το ΜέΡΑ25 «έναν από τους δυνητικούς συνομιλητές» σε μια διαδικασία ανασύνθεσης του χώρου. Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι διαφορετικές αποτιμήσεις για το 2015 πρέπει να συζητηθούν, αλλά δεν είναι παραγωγικό να εμποδίσουν κάθε συζήτηση για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Αριστερά.
Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει, μπορεί να περιλαμβάνει διαύλους επικοινωνίας, κοινές δράσεις, πολιτικό διάλογο και —εφόσον προκύψουν οι αναγκαίες συγκλίσεις— ακόμη και κοινή εκλογική έκφραση.
Όχι απλώς μια εκλογική συγκόλληση
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της συζήτησης.
Η αριθμητική πίεση που αντιμετωπίζουν οι μικρότερες δυνάμεις της Αριστεράς μπορεί εύκολα να μετατρέψει το ζήτημα των συνεργασιών σε μια απλή αναζήτηση εκλογικής επιβίωσης. Μια τέτοια προσέγγιση, όμως, δεν απαντά από μόνη της στην κρίση πολιτικής εκπροσώπησης που αντιμετωπίζει ο χώρος.
Ανάλογος προβληματισμός υπάρχει και πέρα από τη Νέα Αριστερά.
Η ΛΑΕ – Ανυπότακτη Αριστερά έχει τοποθετηθεί υπέρ της συνεργασίας δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, υποστηρίζοντας ότι αυτή πρέπει να οικοδομηθεί σε πολιτική και προγραμματική βάση, με σεβασμό στην αυτονομία των διαφορετικών οργανώσεων. Ιδιαίτερη σημασία δίνει στη σύνδεση μιας τέτοιας προσπάθειας με τους κοινωνικούς χώρους και τους αγώνες και όχι αποκλειστικά με τις εκλογές.
Αυτό μετατοπίζει τη συζήτηση από το «ποιος θα συνεργαστεί με ποιον» στο «πάνω σε ποια πολιτική και κοινωνική βάση μπορεί να υπάρξει συνεργασία».
Το ΜέΡΑ25 και η αναζήτηση κοινού εδάφους
Οι τελευταίες τοποθετήσεις Σακελλαρίδη δείχνουν ότι το ΜέΡΑ25 βρίσκεται σήμερα ανάμεσα στις δυνάμεις με τις οποίες η Νέα Αριστερά θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει διάλογος.
Ήδη από τον Μάιο ο Σακελλαρίδης είχε αναφερθεί σε δυνατότητες συνεργασίας με το ΜέΡΑ25, τους Οικολόγους και άλλες δυνάμεις της Αριστεράς και της Οικολογίας, επισημαίνοντας παράλληλα ως πρόβλημα τον κατακερματισμό του χώρου.
Στη ΔΕΘ προχώρησε περισσότερο, κατονομάζοντας το ΜέΡΑ25 ως πιθανό συνομιλητή και υποστηρίζοντας ότι οι ιστορικές διαφορές πρέπει να συζητηθούν χωρίς να μετατρέπονται αυτομάτως σε μόνιμα τείχη ανάμεσα στις διαφορετικές αριστερές παραδόσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι προγραμματικές αποκλίσεις έχουν εξαφανιστεί. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει πλέον δημόσια καταγεγραμμένο έδαφος για διάλογο.
Η διαφορετική περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ
Περισσότερες επιφυλάξεις εκφράζονται απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ.
Ο Σακελλαρίδης συνδέει ένα σημαντικό μέρος της σημερινής κρίσης αξιοπιστίας της Αριστεράς με την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα μετά την περίοδο Κασσελάκη, και θεωρεί ότι τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να παρακαμφθούν χάριν μιας εκλογικής συμφωνίας.
Η θέση αυτή δεν αποκλείει εξ ορισμού τον διάλογο, αλλά θέτει διαφορετικές προϋποθέσεις από μια λογική απλής «ένωσης των ποσοστών».
Ταυτόχρονα, η Νέα Αριστερά έχει πάρει σαφείς αποστάσεις από την πολιτική πρόταση που αναπτύσσεται γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα, θεωρώντας ότι κινείται σε διαφορετική προγραμματική κατεύθυνση.
Το κρίσιμο ζήτημα: επιστροφή στην κοινωνία
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πλευρά, ίσως σημαντικότερη από τις κομματικές διαπραγματεύσεις.
Η ίδια η ιδρυτική διακήρυξη της Νέας Αριστεράς τοποθετεί την αφετηρία της στη ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά και ταυτόχρονα αναφέρεται στην πολιτική οικολογία, στα κοινωνικά κινήματα, στον κόσμο της εργασίας και στους νέους ως τμήματα του κοινωνικού χώρου στον οποίο επιδιώκει να απευθυνθεί.
Επομένως, η συζήτηση για την ανασύνθεση δεν αφορά μόνο τις ηγεσίες και τα κομματικά επιτελεία.
Αφορά τα εργατικά σωματεία και τις μάχες για συλλογικές συμβάσεις και αξιοπρεπείς μισθούς. Τους αγώνες απέναντι στην ακρίβεια και την επισφάλεια. Το κίνημα για το δικαίωμα στη στέγη και απέναντι στους πλειστηριασμούς. Τις κινητοποιήσεις για δημόσια υγεία και παιδεία. Τα οικολογικά κινήματα. Τον αντιπολεμικό αγώνα και το κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη. Τις φεμινιστικές και αντιρατσιστικές συλλογικότητες, τα κινήματα δικαιωμάτων και τις τοπικές αντιστάσεις.
Άλλωστε, ακόμη και στο εσωτερικό της Νέας Αριστεράς έχει διατυπωθεί η θέση ότι τα μέτωπα δεν συγκροτούνται μόνο σε επίπεδο κορυφής αλλά μέσα στα πανεπιστήμια, στα σωματεία, στις γειτονιές και στους κοινωνικούς χώρους.
Αυτή η διάσταση είναι καθοριστική για την αξιολόγηση οποιασδήποτε προσπάθειας ανασύνθεσης.
Από τις συμφωνίες κορυφής στις κοινές μάχες
Ένα πιθανό μοντέλο σύγκλισης θα μπορούσε επομένως να αρχίζει όχι από την κατανομή θέσεων σε ένα μελλοντικό ψηφοδέλτιο, αλλά από συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες.
Κοινές παρεμβάσεις για την εργασία και τους μισθούς. Κοινή δράση απέναντι στην ακρίβεια και την κρίση στέγης. Υπεράσπιση της δημόσιας υγείας και παιδείας. Αντιπολεμικές πρωτοβουλίες και αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό. Πολιτικές για την κλιματική δικαιοσύνη. Υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων.
Σε τέτοια πεδία μπορούν να δοκιμαστούν στην πράξη τόσο οι συγκλίσεις όσο και οι πραγματικές διαφορές των πολιτικών δυνάμεων.
Η κοινή δράση δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη οργανωτική ενοποίηση. Μπορεί όμως να δημιουργήσει σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτικών οργανώσεων και —κυρίως— ανάμεσα στην οργανωμένη Αριστερά και ένα κοινωνικό δυναμικό που τα τελευταία χρόνια έχει σε σημαντικό βαθμό απομακρυνθεί από τα κόμματα.
Το συνέδριο και ένα ερώτημα που υπερβαίνει τη Νέα Αριστερά
Το επικείμενο συνέδριο της Νέας Αριστεράς αποκτά επομένως ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν θα επιλεγεί το ΜέΡΑ25, ο ΣΥΡΙΖΑ ή κάποια άλλη δύναμη ως προνομιακός συνομιλητής. Είναι εάν θα διαμορφωθεί μια στρατηγική που θα επιχειρεί να συνδέσει την πολιτική ανασύνθεση της ριζοσπαστικής Αριστεράς με την παρουσία της στους κοινωνικούς αγώνες.
Η ίδια η Νέα Αριστερά έχει περιγράψει επισήμως ως «ιστορικά αναγκαία» την ανασύνθεση των δυνάμεων της Αριστεράς και της Οικολογίας, διατηρώντας παράλληλα τη διακριτή πολιτική και κομματική της παρουσία.
Η συζήτηση λοιπόν έχει ανοίξει.
Και ίσως το σημαντικότερο ερώτημα των επόμενων μηνών να μην είναι απλώς ποια κόμματα μπορούν να χωρέσουν κάτω από την ίδια εκλογική ομπρέλα.
Είναι αν διαφορετικές δυνάμεις της ριζοσπαστικής, ανανεωτικής και οικολογικής Αριστεράς μπορούν να βρουν κοινό πολιτικό έδαφος, να δοκιμάσουν τη συνεργασία τους σε πραγματικούς κοινωνικούς αγώνες και να ξαναδημιουργήσουν δεσμούς με έναν κόσμο που σήμερα μπορεί να κινητοποιείται, να διαμαρτύρεται και να διεκδικεί, αλλά δεν αισθάνεται απαραίτητα ότι εκπροσωπείται πολιτικά.
Εκεί θα κριθεί στην πράξη αν η συζήτηση περί «ενότητας της Αριστεράς» θα μείνει ακόμη μία συζήτηση μεταξύ κομματικών μηχανισμών ή αν μπορεί να αποκτήσει κοινωνικό περιεχόμενο.
